Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Αύγουστοι


εγώ όταν μεγαλώσω θα γίνω Σεπτέμβρης,  έλεγε ο Αύγουστος

Τι να είναι οι 6 τι να είναι οι 7 μήνες. Μονά ζυγά, δικά σου, ζωή. Κοντεύεις να με μεγαλώσεις ακόμα ένα μήνα. Σαν φύγει ο Αύγουστος σκέφτηκα ποιος αντέχει να μεγαλώσει τα όνειρά του; Θέλει και η ύπαρξη αντοχή και υπομονή και ποιος αντέχει να υπομείνει το χειμώνα της απουσίας σου; Όχι, καλύτερα έτσι, καλύτερα στη ζέστη, καλύτερα στη θάλασσα και στον ήλιο του Αυγούστου. Διπλό φεγγάρι μας έλαχε. Μια στην αρχή και μια στο τέλος. Κύκλος που σε κρατάει πανσέληνος, παντού. Καλύτερα να ζεις στο φεγγάρι του Αυγούστου μου. Κι ας μην τύχουμε σε διπλό, κι ας μην ολοκληρωθεί η εικόνα της ανυπαρξίας σου. Έτσι, απλά για να σε κρατάω στα δειλινά που ο ήλιος ανταμώνει τη θάλασσα και βυθίζεται εντός της, υπομονετική η θάλασσα, καρτερική, υπομονεύει κάθε σου κίνηση σιωπηλά και σε δέχεται πάντα, την ίδια ώρα, δευτερόλεπτα μπρος δευτερόλεπτα πίσω, δεν κοιτάνε οι αιώνες το χρόνο που με περνάει εμένα. Γεύομαι το αθάνατο τα καλοκαίρια. Το απεριόριστο, το ατερμάτιστο, για να μπορώ ευκολότερα να σε εντοπίσω μες το άδειο. Κάθε κενό που γέμισα, κενό θα παραμείνει. Διασπώμαι. Και διαλύομαι. Κάθε ολόκληρο ας σταματήσει στις Αυγουστιάτικες πανσελήνους.

Γιατί πώς αλλιώς; Σαν γυρίσει το φεγγάρι και ο άνεμος, τα τελευταία κρύσταλλα που με κρότο έσπασα, φωτογραφία κενή και αγέλαστη, θα τα πάρει η θάλασσα εντός της. Έχεις δει όταν φυσάει νοτιάς πώς η θάλασσα μαζεύει τα απομεινάρια της, τα κομμάτια της που εξέθεσε στον ήλιο σου; Σιγά σιγά τα μαζεύει εντός της, επανασυντίθεται για να σε αντέξει, εσένα και την απουσία σου. Γι αυτό σου λέω. Εσύ κατοικείς στα καλοκαίρια μου. Κι ας αποσυντίθεμαι εγώ, μήπως και οι αχτίνες μου φωτίσουν μια μέρα το δρόμο της επιστροφής σου.



Ιστορίες απ'την καθημερινότητα- 4η Ιστορία: "Ανάστροφες"


«Ανάστροφες»
Σωτήριον έτος 2006. Για κάποιο λόγο οι περισσότερες ιστορίες μου έχουν ως κεντρικό άξονα, εκτός από την τρέλα που με καταδιώκει ολούθε, το ζεστό καλοκαίρι, πηγή έμπνευσης και χαράς μου. Ωστόσο, πριν από 6 χρόνια τα καλοκαίρια δεν τα περνούσα τεμπελιάζοντας και ρεμβάζοντας τη θάλασσα, με απανωτά κολύμπια εντός της και χαρτοπαίγνιο μέχρι τελικής πτώσης (εως ότου δηλαδή μαζευτεί καμιά αστυνομία και μας συλλάβει σαν άλλη βίλα των οργίων- τι το κάναμε εδώ μέσα American bar κι έτσι), καθότι ήμανε ακόμα φοιτήτρια εν Φιλοσοφική, ήτοι άλογο κούρσας σε χειμερινούς και θερινούς μήνες για να περάσω όχι μόνο τα μαθήματα του έτους μου, αλλά και όλων των υπολοίπων ετών, των συναφών και ασυναφών σχολών που θα μπορούσε να δηλώσει φοιτητής. Ιούνιος μήνας, η λύπη του φοιτητή και η χαρά του τεμπέλη, από τα πρώτα έφτασα στα δεύτερα, αλλά το 2006, όπως προείπα λυπόμουν μέχρι τα τρίσβαθα τσι ψυχής μου γιατί ενώ ονειρευόμουν να λούομαι στις θαλάσσεις, είχα αγκαλιάσει την Εξελικτική Ψυχολογία, που όσο κι αν την διάβαζα δεν έβλεπα καμία εξέλιξη, παρά μόνο μια ακατάσχετη μανία μου να διαβάζω μέχρι και την υποσημείωση της υποσημείωσης, καθότι είχα κάνει λάβαρο το μότο «ο καλός ο φοιτητής πρέπει να το ξεκοκκαλίσει το βιβλίο» και συμπεριφερόμουν ως άλλο βαμπίρ.

Η δόλια μάνα απ’την άλλη που άλλο καημό δεν είχε η γυναίκα, σιγά μην καθόταν να σιγοβράζει στην Αθήνα, σαν τα ντολμαδάκια της Πετρουλάκη στον ατμό, και ούτε είχε και καμιά όρεξη η γυναίκα να με βλέπει ολημερίς και ολονυχτίς με το ροζ βιβλιαράκι του Παρασκευόπουλου ανά χείρας, ούτε οι καλόγριες την Καινή Διαθήκη τέτοιος έρωτας, αποφασίζει να πάει στην εξοχική παραθαλάσσια κατοικία, να μου κάνει τα νεύρα ζαρτιέρες και το θυμικό φουστανέλα, όχι μόνο γιατί μετά βίας αντέχω ένα χειμώνα ολόκληρο μακριά απ’τη θάλασσα, αλλά και γιατί ώστις φρικτή μαγείρισσα θα έπρεπε να αναγκάζω την καημένη τη γιαγιά μες την ντάλα να με ταίζει πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ (γιατί έχω και απανωτές πείνες τρομάρα μου και στομάχι με ταινία). Με τα πολλά και αφού η δόλια μάνα συναισθάνεται το τέκνον της και την κλαψούρα του απ’το τηλέφωνο που με πλάγιο και πολύ υποχθόνιο τρόπο παρακαλάει τη μαμά του να γυρίσει εν Αθήναις για να το ταίζει συνέχεια, γιατί καίει φλάτζες απ’το διάβασμα και χρειάζεται και ήλιο για τη σωστή φωτοσύνθεση (φυτάρα απ’τις λίγες) αποφασίζει να πάρει τον προαστιακό και να έρθει να με μπουκώσει στο φαί.

Σημαντική παρένθεσις ότι η δόλια μάνα αν και έκανε την υπέρβαση να αφήσει τις διακοπές της για χάρη του τέκνου είναι ικανή να σε πηδήξει ανάποδα στη γκρίνια (μιλάμε για μερόνυχτα μουρμούρας που ούτε ωτοασπίδα δε σε σώζει) αν τύχει και αργήσεις να πας να την παραλάβεις απ’το σταθμό. Γνωρίζουσα η δικιά σου ότι απ’τη γκρίνια της μάνας άλλο κακό να μη σε βρει στη ζωή σου, έχω προνοήσει να βάλω ξυπνητηράκι 4 το μεσημέρι, γιατί τον παίρνω και λίγο τα μεσημέρια για να διατηρώ το δέρμα φράπα και γιατί είμαι της φιλοσοφίας ότι ο πολύς ο ύπνος κάνει καλό στο φοιτητή γιατί κάθεται η γνώση στο κεφάλι σου καλά και άλλα τέτοια, ώστε να προλάβω που λες να πάω να την παραλάβω απ’το σταθμό. Έλα μου όμως, που εκείνη την ημέρα η γιαγιά, μαγείρισσα παραδοσιακή που σε μπουκώνει ανελέητα μέχρι θανάτου με συνταγές που ονειρεύεσαι και σου τρέχουν τα σάλια και σου σηκώνονται…οι τρίχες βρε κουτά, έχει μαγειρέψει γεμιστά, φαί που απαιτεί 2-3 κομμάτια στην καθισιά σου, μισή φραντζόλα ψωμί και ένα κιλό τυρί φέτα, για να ‘χει ο νεκροθάφτης να λέει ότι πέθανες από χοληστερίνη. Εντάξει, άνθρωπος είμαι κι εγώ, μια ντάγκλα μου ήρθε βρε αδερφέ μετά απ’αυτό το γαστριμαργικό όργιο. Όχι ξυπνητηράκι δεν άκουσα και οι καμπάνες της εκκλησιάς να βαράγανε, πρώτα θα γινόταν η Δευτέρα παρουσία, μετά θα ξύπναγα εγώ. Όπως αντιλαμβάνεστε, με το που ανοίγω τα μάτια μου απ’το μεσημεριανό λήθαργο είμαι ήδη 10’ αργοπορημένη, οπότε και παίρνω τα κλειδιά του αυτοκινήτου και εκσφενδονίζομαι στον Κριστιάν, κλαίγοντας τη μαύρη μου τη μοίρα που μέσα στο καλοκαίρι η γκρίνια της μαμάς θα με εξοντώσει και τελειωμό δε θα ‘χει.

Στη φούρια μου απάνω έχω ξεχάσει και τις σαφέστατες οδηγίες της δόλιας μάνας που και όσο τις άκουγα στο τηλέφωνο, από το ένα αυτάκι μπαίνανε από το άλλο βγαίνανε, γιατί τον προσανατολισμό τον έχω έμφυτο, οπότε τι να σου μπιπ τώρα οι οδηγίες της μαμάς, φτάνω στο σταυροδρόμι το μοιραίο και έλα μου τώρα που βρίσκομαι σε ένα δίλημμα: πας δεξιά, πας αριστερά; Όχι, αγάπη μου, δεν είναι ότι είχα χαθεί, έναν προβληματισμό είχα απλά. Τον υπόλοιπο δρόμο τον θυμόμουν τέλεια, αυτή τη μικρή λεπτομέρεια δεν μπορούσα με τίποτα να θυμηθώ. Λεπτομέρειες, σκέφτηκα. Θα πάω δεξιά, έτσι γιατί και το ΚΚΕ μας τα ‘χει κάνει τσουρέκια. Και αφού κάνω μια στροφή σαν αυτές τις καλές που έχουν στις νεροτσουλήθρες μόνο ξέρεις, φτάνω μπροστά σε διόδια. Γαμώ το φελέκι, σκέφτηκα. Το υπόλοιπο υβρεολόγιο που ξεχύθηκε εντός της κεφαλής μου δεν είναι πρέπον να σας το αναφέρω. Η μαμά μού είχε επιστήσει την προσοχή ότι αν βρω στο δρόμο μου διόδια, σημαίνει ότι πήρα το λάθος δρόμο, που γυρισμό δεν έχει. Ψάχνω για κέρματα. Σιγά μην είχα. Εδώ για καφέ έξω βγαίνω και συνειδητοποιώ αφού έχω ήδη παραγγείλει το τσαγιερό μου, ότι δεν κρατώ πάνω μου πορτοφόλι και με αθώο βλέμμα αλά Αλίκης στο ναυτικό θα αναγκαστώ να μου το πληρώσουν οι άλλοι! Σταθμεύω λίγο αριστερά σε ένα πλάτωμα και σκέφτομαι εκτός απ’το κραξίδι που με περιμένει, μήπως αν πήγαινα να παρακαλέσω αυτά τα έρμα κουλά στα διόδια, με άφηναν να περάσω έτσι, για τα ωραία μου τα μάτια; Ναι. Σκέφτηκα από μέσα μου. Αυτό θα κάνω. Αίφνης και καθώς έχω ήδη ανοίξει την πόρτα συνειδητοποιώ ότι με αυτή την αμφίεση όχι δημόσια δεν κυκλοφορείς, ούτε και μέσα στο σπίτι σου με καθρέφτες, μπορεί να είναι οδυνηρό το αποτέλεσμα, αν τύχει και τρακάρεις τη μούρη σου σε κανέναν από δαύτους. Περιγράφω με ακρίβεια, παντοφλάκι-σανδαλάκι θαλάσσης ροζ με μπλε φωσφοριζέ από κάτω, κοντομάνικη πυτζάμα του δημοτικού, γυαλί μυωπίας, αστιγματισμού, πρεσβυωπίας και λοιπών αμφιβληστροειδών παθήσεων, μαλλί πιασμένο της Φιλιπιννέζας που σου καθαρίζει το τζάμι, γυφτιά σκέτη εν ολίγοις. Και τώρα; Συλλογιέμαι. Τι δυνατότητες έχω; Λεφτά δεν παίζουν, άρα; Βγαίνω απ’το αυτοκίνητο και κατευθύνομαι προς το ταμείο. Διερχόμενα αυτοκίνητα ελαττώνουν ταχύτητα στην όψη της γιούφτισσας που αποφάσισε να αυτοκτονήσει στην Αττική Οδό, οι κουλοί των διοδίων με κοιτάνε απ’τα τζαμάκια τους με τρόμο, σου λέει αυτή η πρεζού θα έρθει να μας ζητήσει κανά ψιλό.

«Συγγνώμη, επειδή δεν έχω ψιλά μπορείτε να με αφήσετε να περάσω; Μπήκα κατά λάθος εδώ, ήθελα να πάω στο σταθμό», ρώτησα με πολύ σοβαρό ύφος, που είμαι σίγουρη με έκανε ακόμα πιο γελοία.

«Δε γίνεται αυτό», σοβαρός και ο κουλός υπάλληλος και λίγο αγενής μη σου πω.
«Και εγώ τώρα τι θα κάνω δηλαδή;» εύλογη απορία μου.
«Ό,τι κάνετε πάντως με δική σας ευθύνη» ατακάρα απ’τις λίγες του τύπου άμα θες να αυτοκτονήσεις, αυτοκτόνα, να σηκώσεις τις μπάρες σαν άλλος Γκλέτσος, σήκωσέ τες, να ξεβρακωθείς μπας και σου δώσουν κανά ψιλό, ξεβρακώσου, πάντως με δική σου ευθύνη.

Ξαναμπαίνω στο αυτοκίνητο και σκέφτομαι ξανά και ξανά πως τώρα που ανακαλύφθηκε το μποζόνιο πρέπει να του ανάψω ένα κερί, να του βάλω ένα ηλεκτρόνιο να κινείται γύρω απ’τον πυρήνα του, δεν ξέρω τι τελετή θέλει τέλος πάντων, αλλά είναι πραγματικά μεγάλη κωλοφαρδία ότι μπήκα τελικά στο αυτοκίνητο, άναψα και τα αλάρμ, γιατί άμα είναι να πεθάνεις, καλύτερα να πεθάνεις με στυλ, και έκοψα τη στροφή την απότομη που δε βλέπεις τι σε περιμένει στη γωνία μετωπική για να ξαναβγώ στο δρόμο τον αγύριστο και αυτή τη φορά να τον πάρω πιο σωστά (το δρόμο πάντα) και ό,τι ήθελε προκύψει. Θα την πω την αμαρτία μου: όταν είσαι 18 και ολίγον τι βλαμμένο σαν και του λόγου μου, γυρνάς μετά στο σπίτι και έχοντας παντελή άγνοια του κινδύνου που διέτρεξες δε σκέφτεσαι την άσπρη σου τη μοίρα που σε αξίωσε όχι μόνο να ζεις εσύ ηλίθιο κουτάβι, αλλά και να μην πάρεις στο λαιμό σου κανά δύσμοιρο που βρέθηκε στο διάβα σου, αλλά απολογείσαι που άργησες φοβούμενη μην τύχει και φθινοπωριάσει και η μαμά ακόμα γκρινιάζει, η μαμά που έπαθε το τέταρτο εγκεφαλικό μόλις έμαθε την ιστορία μου!

Ηθικό δίδαγμα: Πάντα μα πάντα πάντα πάντα, ακόμα κι αν απλά θες να κατέβεις στον κάτω όροφο ρε παιδί μου να ζητήσεις ζάχαρη απ’τη γειτόνισσα ή λάδι απ’το γείτονα, να παίρνετε μαζί σας λεφτά. 1-2 ευρώ έστω.

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Ιστορίες απ'την καθημερινότητα- 3η Ιστορία: "Ο μαύρος και η Μέγκαν Φοξ"


«Ο μαύρος και η Μέγκαν Φοξ»
Το καλοκαίρι νομίζω είναι η εποχή που τα ευτράπελα όχι απλά με κυνηγούν αλλά με ορέγονται σαν ξερολούκουμο πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη. Το περιστατικό λαμβάνει χώρα στον επίγειο παράδεισο ήτοι αλλιώς και ονομαζόμενο «εξοχική Κιρχοφική κατοικία». Την αγάπη μου για το ύδωρ την έχω επισημάνει και αλλού (προς γνώση μερικών αμόρφωτων λαϊκών αστοιχείωτων περί των μεγάλων επιστημών, όπως της αστρολογίας, μην κάνουν συνειρμούς λανθασμένους ότι ο Υδροχόος ανήκει στα ζώδια του νερού και άρα κατ’επέκταση γι αυτό όταν είμαι στη θάλασσα νιώθω σαν το φυσικό μου περιβάλλον, διότι να σας πληροφορήσω μεταλαμπαδεύοντας αυτή τη στιγμή πολύτιμη γνώση, ότι εμείς οι Υδροχόοι ανήκουμε στα ζώδια του αέρα). Αυτή μου η αγάπη λοιπόν με οδήγησε εκείνη την ημέρα στο να βουτηχθώ εντός θαλασσών τρεις φορές, μια κατά τις 7,30 το πρωί με την τσίμπλα στο μάτι με το που σηκώθηκα, αυτομάτως φόρεσα μαγιώ, μετά τις διόπτρες μου μην τρακάρω με καμιά τσιπούρα και μπήκα σούμπιτη στη θάλασσα να με ξυπνήσει το δροσερό νερό.

Πριν αφηγηθώ τη δεύτερη και φαρμακερή φορά, να ενημερώσω φίλες και φίλους ότι στο απέναντι σπίτι βρίσκεται το εξοχικό της αγαπημένης μου θειάς, αδερφής του μπαμπά μου, με λεξιλόγιο 20χρονης και συμβουλές μπασμένης στα κόλπα ώριμης γυναίκας που μπορείς να της εμπιστευθείς απ’τη γκομενική σου σαχλαμάρα, μέχρι και οτιδήποτε σοβαρό μπορεί να γυροφέρνει τον εγκέφαλο μιας 24χρονης. Η θειά λοιπόν τυγχάνει άνευ οχήματος αυτό το καλοκαίρι και το κοντινότερο σούπερ-μάρκετ είναι σε απόσταση που αν την κάνεις με τα πόδια μες την ντάλα καλοκαίρι, το πιθανότερο είναι να σε τρέξουν στα επείγοντα πριν καν βρεθείς στη μέση της διαδρομής. Σαν καλή ανηψιά λοιπόν κι εγώ είπα να προθυμοποιηθώ να πάω τη θεία στην αγορά με τον Κριστιάν (δε θέλω να ακούω αυτοκίνητο, ο Κριστιάν δεν είναι αυτοκίνητο είναι ο Κριστιάν ή αλλιώς το Σάξο της μικρής) για να ψωνίσει τα απαραίτητα υλικά να μου φτιάξει και εμένα κανά μπιφτέκι το βράδυ να την κάνω λαχείο, γιατί τίποτα σ’αυτή τη ζωή δε γίνεται ανιδιοτελώς. Έλα μου όμως που αι νοικοκυραί όταν σου λένε ότι θα βγω έξω να πάρω 1-2 πράγματα, που τα έχουν γραμμένα και σε χαρτάκι, και τα βλέπεις ότι όντως είναι 1-2 πραγματάκια και λες εντάξει σε ένα εικοσαλεπτάκι θα έχουμε ξεμπερδέψει, στην ουσία φιλοδοξούν να αγοράσουν όλο το σούπερ-μάρκετ και το φορτηγό ανεφοδιασμού που θα σκάσει μύτη αργότερα. Και σαν να μην έφτανε αυτό για κάποιο ανεξήγητο λόγο έχουν στοχεύσει τα μισά προϊόντα να τα παίρνουν απ’το ένα σούπερ-μάρκετ και τα άλλα μισά απ’το άλλο σούπερ-μάρκετ, κάτι φαγώσιμα από ένα τρίτο και μπανιεροκωλοχαρτικά από γνωστή γερμανική αλυσίδα γιατί είναι πάμφθηνα. Όπερ μεθ’ερμηνευόμενον εστί μπορεί μεν στο κάθε σούπερ-μάρκετ να κάθονται 20 λεπτάκια, αλλά όταν έχεις να γυρίσεις όλα τα σούπερ-μάρκετ του νομού περνάει ένα τριωράκι στο νερό ή για την ακρίβεια ευχόμενη να είσαι στο νερό, πριν ψοφήσεις και αφήσεις τα κοκκαλάκια σου από θερμοπληξία.

Αφού λοιπόν γεμίσαμε τον Κριστιάν ίσαμε και την οροφή και τιγκάραμε ωσάν τους γιούφτους που πάνε σε πανηγύρι καταφέραμε τελικά να επιστρέψουμε, μες την ιδρωτίλα και την κούραση, με μάτια που έβλεπαν πουλάκια και ξελιγωμένη από δίψα σαν τον περιπλανώμενο στην έρημο για βδομάδες. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ένα δεύτερο μπάνιο στη θάλασσα φάνταζε όχι απλά σαν όαση, αλλά και κάτι παραπάνω. Ξεβρακώθηκα αυτοστιγμιαίως, φόρεσα το μαγιώ μου (απ’τα καλά όχι το άλλο που σε τσιτσιδώνει θες δε θες) και βούτηξα χωρίς δεύτερη σκέψη στη θάλασσα μπας και ξεγκανιάσω η γυναίκα. Και εκεί που ελουόμην αμέριμνη και έκανα τα μακροβούτια μου, αφού παπάριασα καλά καλά αποφασίζω να βγω. Αίφνης, και ενώ έχω φτάσει ήδη στα ρηχά και ετοιμάζομαι να αναδυθώ ωσάν άλλη Αφροδίτη της Μήλου, ύποπτο αλλοδαπό μαυριδερό απ’τα καλά τα αφρικάνικα τα τουρμπάτα σταματάει με το ποδήλατό του, ξεπεζεύει και κάθεται στα βραχάκια μου χαμογελά και περιμένει το μπανιστήρι της τρελής (προφανώς έβλεπε μόνο το κεφάλι και χάρηκε γιατί δεν ήξερε τι τον περίμενε άμα τη ανάδυσή μου). Η δικιά σου αντιλαμβάνεται ότι στην ακτή δε ζει το ψάρι και πως ο αφρικανός δεν αστειεύεται ούτε άμα του πω κανά καλιαρντό θα το πάρει στην πλάκα, αποκλεισμοί καραδοκούν επίσης-πάω και για χρυσό στην εμμονική κολύμβηση, κάνει αυτόματη βουτιά και ξαναγυρίζει εντός θαλάσσης, ότι τύπου βγήκα βγήκα έξω σαν την μαρίδα στα ρηχά όχι για να βγω στη στεριά βρε κουτά, έτσι από πίκα και συνεχίζω το μπάνιο μου αμέριμνη. Το αλλοδαπό δουλειά δεν είχε να κάνει φαίνεται, απτόητο, σου λέει πόση ώρα θα το παίζει Πάμελα Άντερσον στο Baywatch αυτή κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να βγει.

Εν τω μεταξύ επειδή εγώ γενικά δεν το ‘χω και πολύ και άμα είναι να συμβεί το ευτράπελο θα συμβεί σε μένα και θα ‘ρθει να με σφιχταγκαλιάσει μην τυχόν και του ξεφύγω, μου ‘ρχεται φλασιά εκείνη την ώρα πριν κάνα 2 χρονάκια που έχω πάει σε ένα beach party τρομάρα να μου ‘ρθει με μεγάλη παρέα και εκεί που παίξαμε τη ρακέτα μας και το beach volley μας και μπήκαμε και κάναμε και τις βουτιές μας και τα μπαλαμούτια μας γιατί ο καλός ο Δίας είχε προνοήσει στην παρέα να υπάρχει και ψηλό μελαχρινό τουμπανάτο αγόρι, ήτοι πειρασμός απ’τους λίγους, αποφασίζουμε να βγούμε για να ηλιοθεραπιαστούν οι άλλοι κι εγώ να κρυφτώ σε καμιά σκιερή γωνίτσα σαν το ποντίκι, γιατί τον ήλιο του καλοκαιριού τον τρέμω περισσότερο και απ’τις κατσαρίδες που κάνουν πανηγύρι τους θερινούς μήνες. Και επειδή όταν θες να το παίξεις και πολύ καυλάτη γκόμενα το πιθανότερο είναι να γελοιοποιηθείς περισσότερο απ’ότι αν ήσουν πραγματικά ο εαυτός σου, καθώς βγαίνουμε με το ψηλό μελαχρινό τουμπανάτο προς τα έξω και σκέφτομαι εγώ τώρα τι μπανιστήρι θα πέσει έτσι που αναδύονται τα κορμιά με τα νερά και τα αλάτια και αντί για μένα φαντάζομαι ότι είμαι η Μέγκαν Φοξ, γιατί το γελοίο του πράγματος κάπως έτσι ξεκίνησε, εκεί που κολυμπάμε κολυμπάμε κ έχουμε φτάσει στα ρηχά ρηχά και πρέπει να σηκωθούμε να το κόψουμε με περπατητό τα τελευταία μέτρα προς τη στεριά γιατί θα στουκάρει κανά γόνατο στην άμμο, σηκώνομαι απότομα και προχωρώ κοντά κοντά με το ψηλό μελαχρινό και τουμπανάτο προς χάρη και τέρψη του οφθαλμού του. Όμως, για κακή μου τύχη, θα έπρεπε ως Κίρχοφ να είχα δώσει περισσότερη βάση στα μαθήματα της Φυσικής όπου θα εξηγούσαν με φυσικούς τρόπους και αξιώματα ακαταλαβίστικα ότι για κάποιο λόγο, που ακόμα δεν μπορώ να σας τον εξηγήσω με επιστημονική γλώσσα, οπότε θα το πω σε καλιαρντό, όταν σηκώνεσαι απότομα μπαίνει πολύ νερό στα βυζιά σου και το ύφασμα του σουτιέν σπρώχνεται πιο πέρα με αποτέλεσμα να μην καλύπτει πια τη ρώγα σου αλλά την πλάτη σου. Θα ‘ταν δε θα ‘ταν και 10 βήματα που έκανα ώσπου να καταλάβω ότι η πλαζζζζ δε με κοιτάει επειδή είδε τη Μέγκαν Φοξ της Ελλάδας, αλλά επειδή απλά υπάρχει βυζί στον ορίζοντα ανεξαρτήτως μεγέθους, σώματος, φάτσας, ράτσας και εθνικότητας. Ε με τα πολλά και αφού μέχρι και τα 2χρονα σταμάτησαν να παίζουν με τα κουβαδάκια τους αντελήφθην κι εγώ, ο κερατάς τα μαθαίνει πάντα τελευταίος, ότι το βυζί μου είναι φάτσα φόρα παρτίδα και αρχίζω να μαζεύομαι αντιλαμβανόμενη ότι χωρίς την έπαρση της Μέγκαν Φοξ και ως απλή Τατιάνα Κίρχοφ (όσο απλό μπορεί να είναι ένα τέτοιο όνομα με τέτοια ιστορία) θα ξεφτιλιζόμουν λιγότερο.

Και σκεφτόμενη αυτή την ιστορία διότι για κάποιο λόγο το μυαλό της Υδροχόου κάνει συνάφειες τρελές και από φόβο μην ξαναπάθω μια απ’τα ίδια,γιατί όποιος καίγεται στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι μετά, και τελικά επειδή ο καλός ο Δίας αγαπά τα αλλοδαπά μαυριδερά, αλλά αγαπάει και τα ντόπια τα λευκά, πάνω στον παροξυσμό και στην απόγνωση πώς διάολο θα ξεφύγω τώρα, σκάει μύτη γείτονας ψαροντουφεκάς με το όπλο του αναχείρας αγριοκοιτάει το αλλοδαπό το οποίο και τα βρίσκει κωλυώμενα και γίνεται μπουχός.

Δε θα σας κρυφτώ παιδιά μου. Όση ώρα το αλλοδαπό με ορέγετο και εγώ δεν ήξερα προς τα πού να φύγω, μια και μόνο σκέψη πέρναγε απ’το μυαλό μου «Κίρχοφ, αν δεν μπορέσεις να το αποφύγεις, κοίτα τουλάχιστον να το απολαύσεις».

Ηθικό δίδαγμα 1: καλύτερα να γελοιοποιηθείς ως ο εαυτός σου, παρά και καλά υποδυόμενος κάποιον άλλον, γιατί στη δεύτερη περίπτωση η γελοιποίηση θα είναι διπλάσσια.

Ηθική δίδαγμα 2: αν ο ψαροντουφεκάς που θα εμφανιστεί σαν από μηχανής θεός για να σας σώσει είναι νέος και παιδαράς κάντε ένα ευτυχές τρίο στην παραλία, γιατί τέτοιες ευκαιρίες δεν πάνε χαμένες!

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Ιστορίες απ'την καθημερινότητα- 2η Ιστορία: "Η καλή νοικοκυρά..."


“H  καλή  νοικοκυρά…»
Και έρχεται μια στιγμή στη ζωή σου που όσο ακαμάτρα και τεμπέλα να είσαι, όσο ανεπρόκοπη γομάρα και εκσυγχρονισμένη φεμινιστογκόμενα (και καλά) που όχι απλά δεν ξέρει ούτε ένα αυγό να βράζει, ούτε πώς πιάνουν την πατάτα για να την ξεφλουδίσουν, θα αναγκαστείς να μάθεις να μαγειρεύεις. Όχι, για τους κλασικούς λόγους ότι η καρδιά του άντρα περνάει απ’το στομάχι (άλλωστε επιστημονικότατες μελέτες έχουν αποδείξει ότι αν η καρδιά του άντρα περνάει απ’το στομάχι, τότε το κεφάλι του άντρα βρίσκεται κάπου εκεί χαμηλά), αλλά γιατί θα έρθει η μέρα που για να το παίξεις όντως ανεξαρτήτου και φιλελευθέρου θα πρέπει να πας να ζήσεις μόνη σου, χωρίς τη δόλια μάνα που σου βγάζει μέχρι και το κουκούτσι απ’το καρπούζι μην τύχει και πνιγείς ολόκληρο μουλάρι 22 χρόνων.

Για μένα αυτή η στιγμή ήρθε όταν στα 22,5 μου (γιατί όταν είσαι νέος μετράς και τους μήνες, δε λες ποτέ είμαι 23 αν δεν είναι όντως η ημέρα των γενεθλίων σου και δεν έχει περάσει όντως η ακριβής ώρα κατά την οποία η μάνα σου σε πέταξε έξω απ’την κοιλιά της- ήτοι για τους πιο επιστήμονες η ώρα του ωροσκόπου σου), όταν και σαν κλασικό φύτουκλο απ’τα λίγα είχα τελειώσει τη Φιλοσοφική απ’τα 21 (γιατί άμα οι γονείς σου σε έστελναν από μικρό νηπιαγωγείο, έχεις κερδίσει και χρονιά και το παίζεις και ιστορία) στα 3,5 χρόνια κοινώς και αφού είχα τεμπελχανιάσει και έναν ολόκληρο χρόνο για να συνέλθω απ’την υστερία του να δίνεις 17 μαθήματα σε 2 εξεταστικές, ενώ παράλληλα θες να παίρνεις και αριστεία και σε όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες με τις οποίες καταπιάνεσαι και σου τρώνε 25 ώρες απ’την καθημερινότητά σου, με μονολόγους, πρόβες, χορογραφίες, τσακωμούς και θεατρινισμούς απ’τους λίγους στα μαύρα μπουντρούμια των κουλτουριάρικων δραματικών σχολών, αποφασίζω να πάω να συνεχίσω τις σπουδές μου- γιατί η τρέλα και η βλακεία του ανθρώπου είναι σαν τον έναστρο ουρανό= ατελείωτη- εις την Αγγλαιτέρα. Και καλά ρε παιδί μου τώρα πες όσο ασχέτου και να ‘σαι ένα ποτήρι ξέρεις να το πλένεις, ένα σιδερωματάκι στα γρήγορα ξέρεις να το ρίχνεις και μια μαξιλαροθήκη κουτσά στραβά ξέρεις να την αλλάζεις. Με το φαί όμως τι γίνεται;

Θα μου πεις η εύκολη λύση είναι να τρως απέξω. Ούτε μαγείρεμα, ούτε πλύσιμο των πιάτων, ούτε τίποτα. Λογικότατο. Αλλά εδώ δε μιλάμε για λογικούς ανθρώπους. Είναι σαφές ότι η λογική και η Κίρχοφ έχουν χωρίσει εδώ και 24 χρόνια και 5 μήνες. Η γνωστή υποχονδρίαση λοιπόν εδώ μεταφράζεται ως σιχαίνομαι τη ζωή μου να τρώω απέξω τα σκατά που βάζουν αυτοί οι βρωμοάγγλοι και κατ’επέκταση επειδή όταν είσαι και υποχόνδρια για να μετριάσεις την υστερία σου προς τρίτους ευφερίσκεις κι άλλους μπάνικους τρόπους για να υποστηρίξεις ότι το παράλογο που σκέφτεσαι είναι ό,τι πιο λογικό έχει σκεφτεί ανθρώπινος νους, αραδιάζεις επιχειρηματολογία Χάρβαρντ για το πόσο ακριβή είναι η ζωή στην αλλοδαπή και πόσο άθλια η οικονομική κατάσταση των Ελλήνων και πόσο εξωφρενικά παράλογο να δίνεις 13 λίρες, κοινώς κάπου 15 ευρώ πάνω κάτω, για να φας ένα απλό σαντουιτσάκι και άλλα παραδείγματα που μόνο η Κίρχοφ και ο Σκρουτζ θα μπορούσαν να σκεφτούν.

Με λίγα λόγια η λύση ήταν μια και ο μπακλαβάς γωνία: έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Η αλήθεια είναι ότι όταν το συνειδητοποίησα η πρώτη σκέψη που μου πέρασε απ’το μυαλό ήταν να μείνω στο σπιτάκι μου,να μου μαγειρεύει η μανούλα μου, να πλένει μετά και τα πιάτα, να μην πάω ποτέ να σπουδάσω στο εξωτερικό και άλλωστε τι θα σου χρησίμευε βρε αδερφέ και ένα τρίτο πτυχίο; Άνεργη δε θα ‘σουν και με τα δύο, άνεργη δε θα ‘σουν και με τα τρία; Αίφνης, όταν έκανα αυτό το συλλογισμό σκέφτηκα πως ναι άνεργη θα ‘μουν και με τα δύο, άνεργη και με τα τρία, αλλά τα τρία είναι πάντα καλύτερα απ’τα δύο και αποφασίζω λοιπόν να πάω για το τρίτο το μακρύτερο εις την αλλοδαπήν και να αναγκαστώ να μάθω να ξεπετάω ένα-δυό φαγητάκια ώστε μη φτάσω 30 κιλά όταν ξαναγυρίσω στην Αθήνα και είμαι εγώ και η σκιά μου παραλαβή απ’το αεροδρόμιο μόνο.

Η δόλια μάνα που προανέφερα είχε πάρει ένα τετραδιάκι με κάτι γουρουνοαρκουδάκια απέξω, για να κάνει το περιέχομενο πιο εύκολο στην ανάγνωση, και μέσα είχε αραδιάσει συνταγές μαγειρικής αλά Βέφα με λεπτομερέστατες περιγραφές, όπως «παίρνουμε το τηγάνι στα χέρια μας, το κρατάμε απ’τη λαβή, χύνουμε εντός του μισή κουταλιά λάδι, αφού πρώτα έχουμε πάρει ένα κουταλάκι και χύνουμε πρώτα στο κουταλάκι το λάδι και μετά το βάζουμε στο τηγάνι. Εν συνεχεία ακουμπάμε το τηγάνι πάνω στο μάτι της κουζίνας και είμεθα προσεκτικοί στο να ανοίξουμε το σωστό μάτι της κουζίνας γιατί αλλιώς θα λαμπαδιαστούμε ολόκληροι στο 2 και ύστερα αφού πρώτα έχουμε ξεπλύνει καλά την μπριζόλα με κρύο νερό και την έχουμε στραγγίξει και καλά στο νεροχύτη και όχι στο πάτωμα και τρέχουν τα νερά και φάμε καμιά γλίστρα ξεγυρισμένη, τοποθετούμε την μπριζόλα εντός του τηγανιού» κτλ κτλ. Η δόλια μάνα όταν ήρθε μαζί μου στην εστία του αγγλικού πανεπιστημίου για να με εγκαταστήσει, όχι απλώς άφησε το τετραδιάκι με τις συνταγές μαγειρικής φάτσα φόρα σε περίοπτη θέση, γνωρίζουσα σαφέστατα ότι απ’τη στιγμή που θα επέστρεφε στην Ελλάδα και θα έμενα μόνη μου στο διαμερισματάκι σε λιγότερο από 2 ώρες θα είχε μετατραπεί σε ένα μπουρδελάκι ακαταστασίας που όχι το τετραδιάκι δε θα έβρισκες, ούτε βρακί να βάλεις, άρχισε λοιπόν να μου αραδιάζει και προφορικά τις συνταγές, διότι η επανάληψη είναι η μήτηρ της μαθήσεως. Με τα πολλά και αφού στη θεωρία είχα μάθει να μαγειρεύω μέχρι και μουσακά, ήρθε και εκείνη η μέρα που η δόλια μάνα γύρισε στην Αθήνα και έμεινε η Κίρχοβα μόνη της σε μια ξένη γη, χωρίς να γνωρίζει κανέναν, με θηρία έτοιμα να την κατασπαράξουν όπως «πλύσιμο, στέγνωμα, σφουγγάρισμα, σκούπισμα, άλλαγμα, μαγείρεμα, ψώνια» και άλλα αιμοδιψή τέρατα.

Η πρώτη αναμέτρηση ήρθε λίγες ώρες αφότου είχα απομείνει μόνο στο νησί της Αγγλίας και η λόρδα άρχισε να βαράει τούμπανα και αφού είχα περιοδρομιάσει κάτι κουλουράκια, μπισκοτάκια, κρουασανάκια, σκατουλάκια που μου είχε ψωνίσει η μαμά, έπρεπε να περάσουμε και στην κυρίως μαγειρική. Δε θα κουράσω φίλους και αναγνώστες με περιγραφές πολέμου Βιετνάμ και συναγερμούς φωτιάς που βάραγαν λες και είχε τυλιχτεί στις φλόγες ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο απ’τη ρουφιάνα την μπριζόλα που προσπαθούσα να ψήσω και ντουμάνιασε όλο το τέσσερα επί τέσσερα διαμερισματάκι μου και βάραγαν τα κλαπατσίμπανα σε όλη την πολυκατοικία με αποτέλεσμα να μας πετάξουν όλους έξω για να κάνουν έλεγχο ποιανού το σπίτι καίγεται πήρε η ζωή του φωτιά και να ανακαλύψουν ότι μπαρουτιάζεται το 106 του πρώτου ορόφου από μια βλαχάρα Ελληνίδα η οποία τυλιγμένη στην τσίκνα και προσπαθούσα να μετριάσει τα πυροτεχνήματα ώστε να μη γίνει η μπριζόλα κόκκαλο και μείνει νηστικιά, συνέχιζε να μαγειρεύει απτόητη. Θα πω απλώς ότι παρόλο που μου πήρε 3-4 απόπειρες καμμένων φαγητών και μια κατσαρόλα που πήγε από κει που ‘ρθε καθότι κόλλησε το ρύζι στον πάτο της και δεν ξεκόλλαγε με τίποτα το αναθεματισμένο, κατάφερα εν τέλει όχι απλώς να μαγειρεύω, αλλά να μαγειρεύω και καλά και όχι απλώς ένα φαγητό, αλλά καμιά 15αρια στην καθισιά μου. Θα πω επίσης και το άλλο ότι ενώ έφυγα απ’την Αθήνα 43 κιλά σκιάχτρο όταν γύρισα ξανά στην Ελλάδα τα Χριστούγεννα μετά από 3 δηλαδή μήνες μαγειρέματος αλά Κίρχοφ ήμουν 48 κιλά περήφανο γομαράκι.

Κι αν και ακόμα δεν ξέρω να φτιάχνω τα φαγιά τα καλά, ξέρεις απ’αυτά των γιαγιάδων, μουσακάδες, παστίτσια, γεμιστά και τα ρέστα, ωστόσο παίρνω θεωρητικά μαθήματα εντός θαλάσσης κάθε καλοκαίρι, όπου λουόμενη μετά των γιαγιάδων τις πρωινές ώρες, γιατί αυτός ο γεροντισμός δε μου φύγει ποτέ μάλλον, να ξυπνάω στα 24 και 5 μηνών μου από τις 7,30 το πρωί χειμώνα-καλοκαίρι, μαθαίνω για όλα τα ωραία φαγιά, ξέρεις απ’τις καλές συνταγές απ’αυτές που ένας τρώει δέκα χορταίνουν, και τις τιμές όλων των οπωροκηπευτικών στην μπουτίκ λάικα για να μην πάω σαν το μαλάκα και με πιάσουν κότσο, ούτε σαν την ασχέτου και γελάνε οι λαϊκατζήδες, όπως ο πατατολαϊκατζής μου στην Αγγλαιτέρα που πήγα μια μέρα να αγοράσω 10 πατάτες και μου είπε ότι κάνουν 90 λεπτά και εγώ νόμιζα 90 λίρες και είχα γίνει κάτασπρη σαν το πανί και προσπαθούσε ο κακόμοιρος να μου εξηγήσει do you know 1 pound? E, less than that και εγώ να ακούω αγγλικά και να σκέφτομαι ρώσικα και να μην καταλαβαίνω Χριστό, όπου απήυδυσε ο άνθρωπος και με ρώτησε αν είμαι ανιψιά της βασίλισσας και πού ζω που νομίζω ότι οι 10 πατάτες κάνουν 90 λίρες!

Ηθικό δίδαγμα: τις συμβουλές της μανούλας και τις συνταγές των γιαγιάδων τις ακούμε πάντα και με τα δύο αυτιά μας ανοιχτά. Είναι πάντα χρήσιμες!

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Ιστορίες απ'την καθημερινότητα- 1η ιστορία


Μακροβούτια  για  μπανιστιρτζήδες
Είναι αυτό που λες «ούτε στον εχθρό σου παιδί μου τέτοια ξεφτίλα». Γιατί όπως λέει και ο σοφός λαός «όλα έχουν ένα όριο». Έλα μου όμως που κάποια πράγματα, όπως και να το κάνεις ρε παιδάκι μου, θες δεν είναι στο χέρι σου, θες είναι υπεράνω των δυνάμεών σου (όπως έλεγε και ο Βαλμόντ στις Επικίνδυνες σχέσεις, επικίνδυνη ώρα το θυμήθηκα αυτό), θες γιατί ο ύψιστος για όσους πιστεύετε Ύψιστος σε κάνει να φαίνεσαι μια μικρή τρίχα απ’το δασύτριχο στέρνο κάποιου ξεχασμένου νεάτερνταλ αρσενικού, πάντως κάποια πράγματα όπως και να το κάνεις, απλώς δεν ελέγχονται.

Θα πάρω τα πράγματα απ’την αρχή, όχι πολύ αρχή, γιατί η περιγραφή με καύσωνα είναι χειρότερη και από ζαμπόν χωρίς λιπαρά και καλοκαίρι δίχως θάλασσα. Η γράφουσα, γνωστή φαρδόκωλη με εξοχικό εις τας παραλίας, στο οποίο και ξεκαλοκαιριάζει κάθε χρόνο, προς τέρψην των απανταχού τσιμπουριών που την καλοπιάνουν και της κολλάνε για μια θέση στον ήλιο και στη μαγευτική βεράντα με θέα το πέλαγο και των απανταχού κολλητών που ικετεύει να την επισκεφθούν έστω και για δύο μέρες μόνο, για τόσο μόνο, όσο ένα μπάνιο διαρκεί για λίγο μόνο, γιατί τι να σου κάνει αγάπη μου και η θάλασσα και το καλοκαίρι και ο ήλιος και τα δειλινά τα πορτοκαλί και τα μενεξεδιά που για χάρη τους τραγούδησε μέχρι και η Βικάρα (η Μοσχολιού) αν είσαι μόνος σου ολημερίς και ολοβραδύς…μόνος ούτε στον Παράδεισο που λένε. Ένα τέτοιο πράγμα. Την αποφράδα ημέρα λοιπόν, αρχές του καλοκαιριού για τον περισσότερο κόσμο που σαν νορμάλ άνθρωποι μετράνε το καλοκαίρι απ’τον Ιούνιο και όχι απ’τον Απρίλη όπως εγώ που μόλις δω να ζεσταίνει λίγο ο καιρός έχω ήδη βουτήξει στη θάλασσα ιδρωμένη, ξυπνάω το πρωί εις το μαγευτικό εξοχικό και αποφασίζω αφού τουμπανιάσω με πρωινό εφάμιλλου των body-builderάδων που φιλοδοξούν να γίνουν Σουγκλάκοι, και αφού χωνέψω κανά 2ώρο για να μη βρεθώ εκατέρωθεν κανενός μπαρμπουνιού, αποφασίζω να βάλω το μαγιώ μου και να κάνω τα 5 βήματα που μου αναλογούν και με χωρίζουν απ’την πολυπόθητη θάλασσα.

Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι όταν σε τρώει η αφραγκία, όπως και του λόγου μου, ασχέτως αν ο υπόλοιπος κόσμος σε θεωρεί τουλάχιστον απόγονο του Λάτση επειδή έτυχε πριν από 60 τόσα χρόνια ο παππούς σου να κάνει μια επένδυση και να έχεις αυτή τη στιγμή αυτό το εξοχικό εις τας θάλασσας, αγοράζεις λοιπόν μαγιώ απ’την μπουτίκ λάικα. Χωρίς ντροπή, αλλά με απόλυτη περηφάνεια και τιμή πας στη γιούφτισσα την ξεδοντιάρα τη βρωμιάρα της σκας το 10ευρω και παίρνεις 3 νέα συνολάκια. Έτσι στο πιτς φιτίλι. Τώρα σου κάνουν δε σου κάνουν, πρέπει αγάπη μου να έχει εξασκηθεί και ο μάτης σου γιατί αλλιώς παίρνεις τέντα για βυζί κοριτσιού 2 μηνών ή όπως λέει και ο σοφός λαός μας «γουρούνι στο σακί». Η αφεντιά μου λοιπόν κλασική τεμπελχανού και βδελυρό παράδειγμα προς αποφυγή των απανταχού υπερκαταναλωτικών γυναικών, ομοιομάτων της Κάρυ Μπράτσω, δεν αντέχει να περάσει πάνω από 5’ στο οποιοδήποτε κατάστημα ή λαϊκή για να ψωνίσει το οτιδήποτε. Ρίχνω που λες εκεί μια ματιά στο συνολάκι, τσακ μπαμ, το ψωνίζω. Το φέρνω στο σπίτι, το πλένω ίσα με 30 φορές γιατί η υποχονδρίαση μου δεν έχει όρια και σύνορα και ποιος ξέρει οι γιούφτοι με τι βρωμόχερα το έπιασαν το ύφασμα που θα κοσμίσει σε λίγο τας ευαίσθητας περιοχάς μου, εν τέλει το φορώ και με χάρη και έπαρση πάω εκείνη την αποφράδα μέρα του Ιούνη να κολυμβήσω.

Ξεχασμένη δε ότι η ημέρα ήταν Κυριακή, και οι Κυριακές είναι πάντα δύσκολες πάντα, η πλαζζζζ ήταν γεμάτη με παιδάκια, μπρατσάκια, παιγνιδάκια, σωσιβιάκια, σκατουλάκια, γονείς που τσιρίζουν «Κωστάκη όχι τόσο βαθιά παιδί μου», κεφτεδάκια στο τάπερ και λοιπές σκηνές ελληνικής Κυριακής στις παραλίες. Απτόητη εγώ. Δε με πτοούν αγάπη μου τα παιδάκια, που παρόλο που όταν τα βλέπω βγάζω φλύκταινες, ούτε η αγριογκαρίδα τους μέσα στο τύμπανό μου, κάνω πως δεν τα ακούω, τα σνομπάρω κανονικά, ούτε ο άυπνος και κουρασμένος πατήρ τους που τρέχει ωσάν το Βέγγο εντός θαλάσσης για να μαζέψει το μπαλάκι στο ένα, για να φουσκώσει το σωσιβιάκι στο άλλο και για να κάνει κωλοτούμπες το τρίτο. Εγώ, λέω, θα μπουκάρω μέσα (αλά Σαπφώ Νοταρά). Και επειδή το ‘χω δει και χειμερινή κολυμβήτρια τον Ιούνιο είμαι στο 250ο μπάνιο μου οπότε και η θάλασσα μου φαίνεται πιο ζεστή και από το κέντρο της Αθήνας ντάλα Ιουλίου με καυσώνι 50αρι υπό σκιάν. Και ναι φίλε αναγνώστη, εκεί που λούομαι με μακροβούτι αλά Φελπς ο μαγιώς αποφασίζει να κάνει μια πασαρέλα μόνος του και να ακολουθήσει τη δική του τροχιά, ήτοι σε απλά ελληνικά «ξεβρακώνομαι».

Και πετάγομαι κακήν κακώς, άφησα το μακροβούτι στη μέση και αρχίζω έντρομη και πανικόβλητη να ψάχνω το βρακί, το οποίο και βρισκόταν εις τον πάτο της θάλασσας. Ευτυχώς και προς καλή μου τύχη βρισκόμουν στα ρηχά οπότε και το ανασηκώνω ευκόλως, όμως ο εν λόγω μαγιώς δεν ήταν βρακί βρακί ρε παιδί μου, τύπου βάζεις τα δύο σου πόδια στις δύο τρύπες και το ανεβάζεις προς τα πάνω, αλλά δενόταν με σχοινάκια δεξιόθεν και αριστερόθεν. Τα κορδονάκια αυτά είχαν λυθεί αμφότερα και πιστέψτε με αγαπητοί μου φίλοι είναι πιο εύκολο να ξεφύγεις από καρχαρία στον Ειρηνικό, παρά να καταφέρεις να δέσεις αυτά τα διαβολόσχοινα εντός νερού. Γιατί θα μου πεις εσύ τώρα, και γιατί εντός νερού; Ότι τι δηλαδή ρε φιλενάδα; Θα έπαιρνα εγώ σου λέω το βρακί ανά χείρας και υπερήφανα εκτός νερού θα το έσερνα σα λάφυρο, ώστε να μη δώσω ούτε μια ευκαιρία στους παρευρισκομένους εντός και εκτός θαλάσσης να καταλάβουν το ρεζιλίκι μου; Πρέπει να πέρασαν 10 βασανιστικότατα λεπτά όπου το αίμα μου είχε παγώσει, ασχέτως αν ο ήλιος κόρωνε και που μόνο και μια μοναδική σκέψη περνούσε απ’το μυαλό μου «ευτυχώς που δεν είμαι άντρας,  γιατί με όλα αυτά τα μωρά δίπλα μου να πλατσουρίζουν αμέριμνα κι εγώ με τον κώλο έξω, ο πατέρας τους θα με πέρναγε τουλάχιστον για ανωμαλάρα του κερατά».

Ηθικό δίδαγμα: συμβουλή της μανούλας: όταν πηγαίνουμε κάπου να ψωνίσουμε έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και παίρνουμε πράγματα στο νούμερό μας, τα οποία και προνοούμε να τα δοκιμάσουμε προτού επιδωθούμε σε μακροβούτια με άγριες διαθέσεις ενώπιων μωρών (εκτός κι αν πρόκειται για μωρά ηλικίας 18 και άνω)…

Ιστορίες απ'την καθημερινότητα- 1 ιστορία


Μακροβούτια  για  μπανιστιρτζήδες

Είναι αυτό που λες «ούτε στον εχθρό σου παιδί μου τέτοια ξεφτίλα». Γιατί όπως λέει και ο σοφός λαός «όλα έχουν ένα όριο». Έλα μου όμως που κάποια πράγματα, όπως και να το κάνεις ρε παιδάκι μου, θες δεν είναι στο χέρι σου, θες είναι υπεράνω των δυνάμεών σου (όπως έλεγε και ο Βαλμόντ στις Επικίνδυνες σχέσεις, επικίνδυνη ώρα το θυμήθηκα αυτό), θες γιατί ο ύψιστος για όσους πιστεύετε Ύψιστος σε κάνει να φαίνεσαι μια μικρή τρίχα απ’το δασύτριχο στέρνο κάποιου ξεχασμένου νεάτερνταλ αρσενικού, πάντως κάποια πράγματα όπως και να το κάνεις, απλώς δεν ελέγχονται.

Θα πάρω τα πράγματα απ’την αρχή, όχι πολύ αρχή, γιατί η περιγραφή με καύσωνα είναι χειρότερη και από ζαμπόν χωρίς λιπαρά και καλοκαίρι δίχως θάλασσα. Η γράφουσα, γνωστή φαρδόκωλη με εξοχικό εις τας παραλίας, στο οποίο και ξεκαλοκαιριάζει κάθε χρόνο, προς τέρψην των απανταχού τσιμπουριών που την καλοπιάνουν και της κολλάνε για μια θέση στον ήλιο και στη μαγευτική βεράντα με θέα το πέλαγο και των απανταχού κολλητών που ικετεύει να την επισκεφθούν έστω και για δύο μέρες μόνο, για τόσο μόνο, όσο ένα μπάνιο διαρκεί για λίγο μόνο, γιατί τι να σου κάνει αγάπη μου και η θάλασσα και το καλοκαίρι και ο ήλιος και τα δειλινά τα πορτοκαλί και τα μενεξεδιά που για χάρη τους τραγούδησε μέχρι και η Βικάρα (η Μοσχολιού) αν είσαι μόνος σου ολημερίς και ολοβραδύς…μόνος ούτε στον Παράδεισο που λένε. Ένα τέτοιο πράγμα. Την αποφράδα ημέρα λοιπόν, αρχές του καλοκαιριού για τον περισσότερο κόσμο που σαν νορμάλ άνθρωποι μετράνε το καλοκαίρι απ’τον Ιούνιο και όχι απ’τον Απρίλη όπως εγώ που μόλις δω να ζεσταίνει λίγο ο καιρός έχω ήδη βουτήξει στη θάλασσα ιδρωμένη, ξυπνάω το πρωί εις το μαγευτικό εξοχικό και αποφασίζω αφού τουμπανιάσω με πρωινό εφάμιλλου των body-builderάδων που φιλοδοξούν να γίνουν Σουγκλάκοι, και αφού χωνέψω κανά 2ώρο για να μη βρεθώ εκατέρωθεν κανενός μπαρμπουνιού, αποφασίζω να βάλω το μαγιώ μου και να κάνω τα 5 βήματα που μου αναλογούν και με χωρίζουν απ’την πολυπόθητη θάλασσα.

Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι όταν σε τρώει η αφραγκία, όπως και του λόγου μου, ασχέτως αν ο υπόλοιπος κόσμος σε θεωρεί τουλάχιστον απόγονο του Λάτση επειδή έτυχε πριν από 60 τόσα χρόνια ο παππούς σου να κάνει μια επένδυση και να έχεις αυτή τη στιγμή αυτό το εξοχικό εις τας θάλασσας, αγοράζεις λοιπόν μαγιώ απ’την μπουτίκ λάικα. Χωρίς ντροπή, αλλά με απόλυτη περηφάνεια και τιμή πας στη γιούφτισσα την ξεδοντιάρα τη βρωμιάρα της σκας το 10ευρω και παίρνεις 3 νέα συνολάκια. Έτσι στο πιτς φιτίλι. Τώρα σου κάνουν δε σου κάνουν, πρέπει αγάπη μου να έχει εξασκηθεί και ο μάτης σου γιατί αλλιώς παίρνεις τέντα για βυζί κοριτσιού 2 μηνών ή όπως λέει και ο σοφός λαός μας «γουρούνι στο σακί». Η αφεντιά μου λοιπόν κλασική τεμπελχανού και βδελυρό παράδειγμα προς αποφυγή των απανταχού υπερκαταναλωτικών γυναικών, ομοιομάτων της Κάρυ Μπράτσω, δεν αντέχει να περάσει πάνω από 5’ στο οποιοδήποτε κατάστημα ή λαϊκή για να ψωνίσει το οτιδήποτε. Ρίχνω που λες εκεί μια ματιά στο συνολάκι, τσακ μπαμ, το ψωνίζω. Το φέρνω στο σπίτι, το πλένω ίσα με 30 φορές γιατί η υποχονδρίαση μου δεν έχει όρια και σύνορα και ποιος ξέρει οι γιούφτοι με τι βρωμόχερα το έπιασαν το ύφασμα που θα κοσμίσει σε λίγο τας ευαίσθητας περιοχάς μου, εν τέλει το φορώ και με χάρη και έπαρση πάω εκείνη την αποφράδα μέρα του Ιούνη να κολυμβήσω.

Ξεχασμένη δε ότι η ημέρα ήταν Κυριακή, και οι Κυριακές είναι πάντα δύσκολες πάντα, η πλαζζζζ ήταν γεμάτη με παιδάκια, μπρατσάκια, παιγνιδάκια, σωσιβιάκια, σκατουλάκια, γονείς που τσιρίζουν «Κωστάκη όχι τόσο βαθιά παιδί μου», κεφτεδάκια στο τάπερ και λοιπές σκηνές ελληνικής Κυριακής στις παραλίες. Απτόητη εγώ. Δε με πτοούν αγάπη μου τα παιδάκια, που παρόλο που όταν τα βλέπω βγάζω φλύκταινες, ούτε η αγριογκαρίδα τους μέσα στο τύμπανό μου, κάνω πως δεν τα ακούω, τα σνομπάρω κανονικά, ούτε ο άυπνος και κουρασμένος πατήρ τους που τρέχει ωσάν το Βέγγο εντός θαλάσσης για να μαζέψει το μπαλάκι στο ένα, για να φουσκώσει το σωσιβιάκι στο άλλο και για να κάνει κωλοτούμπες το τρίτο. Εγώ, λέω, θα μπουκάρω μέσα (αλά Σαπφώ Νοταρά). Και επειδή το ‘χω δει και χειμερινή κολυμβήτρια τον Ιούνιο είμαι στο 250ο μπάνιο μου οπότε και η θάλασσα μου φαίνεται πιο ζεστή και από το κέντρο της Αθήνας ντάλα Ιουλίου με καυσώνι 50αρι υπό σκιάν. Και ναι φίλε αναγνώστη, εκεί που λούομαι με μακροβούτι αλά Φελπς ο μαγιώς αποφασίζει να κάνει μια πασαρέλα μόνος του και να ακολουθήσει τη δική του τροχιά, ήτοι σε απλά ελληνικά «ξεβρακώνομαι».

Και πετάγομαι κακήν κακώς, άφησα το μακροβούτι στη μέση και αρχίζω έντρομη και πανικόβλητη να ψάχνω το βρακί, το οποίο και βρισκόταν εις τον πάτο της θάλασσας. Ευτυχώς και προς καλή μου τύχη βρισκόμουν στα ρηχά οπότε και το ανασηκώνω ευκόλως, όμως ο εν λόγω μαγιώς δεν ήταν βρακί βρακί ρε παιδί μου, τύπου βάζεις τα δύο σου πόδια στις δύο τρύπες και το ανεβάζεις προς τα πάνω, αλλά δενόταν με σχοινάκια δεξιόθεν και αριστερόθεν. Τα κορδονάκια αυτά είχαν λυθεί αμφότερα και πιστέψτε με αγαπητοί μου φίλοι είναι πιο εύκολο να ξεφύγεις από καρχαρία στον Ειρηνικό, παρά να καταφέρεις να δέσεις αυτά τα διαβολόσχοινα εντός νερού. Γιατί θα μου πεις εσύ τώρα, και γιατί εντός νερού; Ότι τι δηλαδή ρε φιλενάδα; Θα έπαιρνα εγώ σου λέω το βρακί ανά χείρας και υπερήφανα εκτός νερού θα το έσερνα σα λάφυρο, ώστε να μη δώσω ούτε μια ευκαιρία στους παρευρισκομένους εντός και εκτός θαλάσσης να καταλάβουν το ρεζιλίκι μου; Πρέπει να πέρασαν 10 βασανιστικότατα λεπτά όπου το αίμα μου είχε παγώσει, ασχέτως αν ο ήλιος κόρωνε και που μόνο και μια μοναδική σκέψη περνούσε απ’το μυαλό μου «ευτυχώς που δεν είμαι άντρας,  γιατί με όλα αυτά τα μωρά δίπλα μου να πλατσουρίζουν αμέριμνα κι εγώ με τον κώλο έξω, ο πατέρας τους θα με πέρναγε τουλάχιστον για ανωμαλάρα του κερατά».

Ηθικό δίδαγμα: συμβουλή της μανούλας: όταν πηγαίνουμε κάπου να ψωνίσουμε έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και παίρνουμε πράγματα στο νούμερό μας, τα οποία και προνοούμε να τα δοκιμάσουμε προτού επιδωθούμε σε μακροβούτια με άγριες διαθέσεις ενώπιων μωρών (εκτός κι αν πρόκειται για μωρά ηλικίας 18 και άνω)…

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Διάτρητη


Ζω στον αέρα και στη σιωπή. Και κρατιέμαι απ’τις φράσεις που ψιθύρισες μια νύχτα, είχε κόκκινο φεγγάρι θυμάμαι, ποτέ – μου είχαν πει- μην πιστέψεις τα λόγια της νύχτας που ντύθηκαν στο αίμα. Ας είναι. Δε χάθηκε και ο κόσμος, σκέφτηκα, τι κι αν πιστέψω τι κι αν όχι, μήπως θα άλλαζε ποτέ το χαρμόσυνο δρόμο για να με ακολουθήσει;


Ζω στο προχθές και στο μεθαύριο. Γιατί έτσι είναι. Το πριν και το μετά το χωρίζει πάντα αιώνας. Και συνήθισα σ’ αυτήν την ανάπαυλα μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, γιατί για τα δύσκολα χρειάζεται πάντα μια απόσταση, ένας χωρισμός. Μην αφήνεσαι- μου είχαν πει- ό,τι δεν κινείται βυθίζεται. Ας είναι, σκέφτηκα. Έχω βυθίσει το αίμα μου στην άμμο της θάλασσας και με χωρίς ανάσα θα μπορούσα να προχωρώ, ίσα για να φαίνομαι μαριονέτα στα μάτια σας να χαίρεστε κι ας περπατάω ξέπνοη.

Ζω στα αντίστροφα και στα αυθόρμητα. Και αφήνω το νήμα σε σένα, να σε περάσει μέσα απ’όλα όσα θα ‘θελες να ζήσεις μακριά μου και χορτασμένος πια απ’τα εφήμερα να τελειώσει ο σπάγγος σου έξω απ’την πόρτα μου. Να αφήσεις το νήμα να κατευθυνθεί όπου εκείνο ξέρει- μου είχαν πει. Ας είναι, σκέφτηκα. Συνήθισα να απλώνεις το νήμα μου διάχυτο και απροστάτευτο απ’τους καιρούς και να στέκεσαι στην άκρη της γραμμής του λυγίζοντας τα πόδια σου για να εκτοξευτείς πιο μακριά μου και πέφτοντας με δύναμη στο χείλος να μού ανατρέπεις τον κόσμο. Ελεύθερα. 
Για μένα ο κόσμος άρχιζει και τελειώνει όσο εσύ ακόμα, έστω και με το δάχτυλο, εφάπτεσαι στο νήμα μου.

Ζω στο σκοτάδι και στο ξημέρωμα. Κι όλα τα άλλα τ’αφήνω, για να τα γράψεις εσύ.