Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Ιστορίες απ'την καθημερινότητα- 1η ιστορία


Μακροβούτια  για  μπανιστιρτζήδες
Είναι αυτό που λες «ούτε στον εχθρό σου παιδί μου τέτοια ξεφτίλα». Γιατί όπως λέει και ο σοφός λαός «όλα έχουν ένα όριο». Έλα μου όμως που κάποια πράγματα, όπως και να το κάνεις ρε παιδάκι μου, θες δεν είναι στο χέρι σου, θες είναι υπεράνω των δυνάμεών σου (όπως έλεγε και ο Βαλμόντ στις Επικίνδυνες σχέσεις, επικίνδυνη ώρα το θυμήθηκα αυτό), θες γιατί ο ύψιστος για όσους πιστεύετε Ύψιστος σε κάνει να φαίνεσαι μια μικρή τρίχα απ’το δασύτριχο στέρνο κάποιου ξεχασμένου νεάτερνταλ αρσενικού, πάντως κάποια πράγματα όπως και να το κάνεις, απλώς δεν ελέγχονται.

Θα πάρω τα πράγματα απ’την αρχή, όχι πολύ αρχή, γιατί η περιγραφή με καύσωνα είναι χειρότερη και από ζαμπόν χωρίς λιπαρά και καλοκαίρι δίχως θάλασσα. Η γράφουσα, γνωστή φαρδόκωλη με εξοχικό εις τας παραλίας, στο οποίο και ξεκαλοκαιριάζει κάθε χρόνο, προς τέρψην των απανταχού τσιμπουριών που την καλοπιάνουν και της κολλάνε για μια θέση στον ήλιο και στη μαγευτική βεράντα με θέα το πέλαγο και των απανταχού κολλητών που ικετεύει να την επισκεφθούν έστω και για δύο μέρες μόνο, για τόσο μόνο, όσο ένα μπάνιο διαρκεί για λίγο μόνο, γιατί τι να σου κάνει αγάπη μου και η θάλασσα και το καλοκαίρι και ο ήλιος και τα δειλινά τα πορτοκαλί και τα μενεξεδιά που για χάρη τους τραγούδησε μέχρι και η Βικάρα (η Μοσχολιού) αν είσαι μόνος σου ολημερίς και ολοβραδύς…μόνος ούτε στον Παράδεισο που λένε. Ένα τέτοιο πράγμα. Την αποφράδα ημέρα λοιπόν, αρχές του καλοκαιριού για τον περισσότερο κόσμο που σαν νορμάλ άνθρωποι μετράνε το καλοκαίρι απ’τον Ιούνιο και όχι απ’τον Απρίλη όπως εγώ που μόλις δω να ζεσταίνει λίγο ο καιρός έχω ήδη βουτήξει στη θάλασσα ιδρωμένη, ξυπνάω το πρωί εις το μαγευτικό εξοχικό και αποφασίζω αφού τουμπανιάσω με πρωινό εφάμιλλου των body-builderάδων που φιλοδοξούν να γίνουν Σουγκλάκοι, και αφού χωνέψω κανά 2ώρο για να μη βρεθώ εκατέρωθεν κανενός μπαρμπουνιού, αποφασίζω να βάλω το μαγιώ μου και να κάνω τα 5 βήματα που μου αναλογούν και με χωρίζουν απ’την πολυπόθητη θάλασσα.

Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι όταν σε τρώει η αφραγκία, όπως και του λόγου μου, ασχέτως αν ο υπόλοιπος κόσμος σε θεωρεί τουλάχιστον απόγονο του Λάτση επειδή έτυχε πριν από 60 τόσα χρόνια ο παππούς σου να κάνει μια επένδυση και να έχεις αυτή τη στιγμή αυτό το εξοχικό εις τας θάλασσας, αγοράζεις λοιπόν μαγιώ απ’την μπουτίκ λάικα. Χωρίς ντροπή, αλλά με απόλυτη περηφάνεια και τιμή πας στη γιούφτισσα την ξεδοντιάρα τη βρωμιάρα της σκας το 10ευρω και παίρνεις 3 νέα συνολάκια. Έτσι στο πιτς φιτίλι. Τώρα σου κάνουν δε σου κάνουν, πρέπει αγάπη μου να έχει εξασκηθεί και ο μάτης σου γιατί αλλιώς παίρνεις τέντα για βυζί κοριτσιού 2 μηνών ή όπως λέει και ο σοφός λαός μας «γουρούνι στο σακί». Η αφεντιά μου λοιπόν κλασική τεμπελχανού και βδελυρό παράδειγμα προς αποφυγή των απανταχού υπερκαταναλωτικών γυναικών, ομοιομάτων της Κάρυ Μπράτσω, δεν αντέχει να περάσει πάνω από 5’ στο οποιοδήποτε κατάστημα ή λαϊκή για να ψωνίσει το οτιδήποτε. Ρίχνω που λες εκεί μια ματιά στο συνολάκι, τσακ μπαμ, το ψωνίζω. Το φέρνω στο σπίτι, το πλένω ίσα με 30 φορές γιατί η υποχονδρίαση μου δεν έχει όρια και σύνορα και ποιος ξέρει οι γιούφτοι με τι βρωμόχερα το έπιασαν το ύφασμα που θα κοσμίσει σε λίγο τας ευαίσθητας περιοχάς μου, εν τέλει το φορώ και με χάρη και έπαρση πάω εκείνη την αποφράδα μέρα του Ιούνη να κολυμβήσω.

Ξεχασμένη δε ότι η ημέρα ήταν Κυριακή, και οι Κυριακές είναι πάντα δύσκολες πάντα, η πλαζζζζ ήταν γεμάτη με παιδάκια, μπρατσάκια, παιγνιδάκια, σωσιβιάκια, σκατουλάκια, γονείς που τσιρίζουν «Κωστάκη όχι τόσο βαθιά παιδί μου», κεφτεδάκια στο τάπερ και λοιπές σκηνές ελληνικής Κυριακής στις παραλίες. Απτόητη εγώ. Δε με πτοούν αγάπη μου τα παιδάκια, που παρόλο που όταν τα βλέπω βγάζω φλύκταινες, ούτε η αγριογκαρίδα τους μέσα στο τύμπανό μου, κάνω πως δεν τα ακούω, τα σνομπάρω κανονικά, ούτε ο άυπνος και κουρασμένος πατήρ τους που τρέχει ωσάν το Βέγγο εντός θαλάσσης για να μαζέψει το μπαλάκι στο ένα, για να φουσκώσει το σωσιβιάκι στο άλλο και για να κάνει κωλοτούμπες το τρίτο. Εγώ, λέω, θα μπουκάρω μέσα (αλά Σαπφώ Νοταρά). Και επειδή το ‘χω δει και χειμερινή κολυμβήτρια τον Ιούνιο είμαι στο 250ο μπάνιο μου οπότε και η θάλασσα μου φαίνεται πιο ζεστή και από το κέντρο της Αθήνας ντάλα Ιουλίου με καυσώνι 50αρι υπό σκιάν. Και ναι φίλε αναγνώστη, εκεί που λούομαι με μακροβούτι αλά Φελπς ο μαγιώς αποφασίζει να κάνει μια πασαρέλα μόνος του και να ακολουθήσει τη δική του τροχιά, ήτοι σε απλά ελληνικά «ξεβρακώνομαι».

Και πετάγομαι κακήν κακώς, άφησα το μακροβούτι στη μέση και αρχίζω έντρομη και πανικόβλητη να ψάχνω το βρακί, το οποίο και βρισκόταν εις τον πάτο της θάλασσας. Ευτυχώς και προς καλή μου τύχη βρισκόμουν στα ρηχά οπότε και το ανασηκώνω ευκόλως, όμως ο εν λόγω μαγιώς δεν ήταν βρακί βρακί ρε παιδί μου, τύπου βάζεις τα δύο σου πόδια στις δύο τρύπες και το ανεβάζεις προς τα πάνω, αλλά δενόταν με σχοινάκια δεξιόθεν και αριστερόθεν. Τα κορδονάκια αυτά είχαν λυθεί αμφότερα και πιστέψτε με αγαπητοί μου φίλοι είναι πιο εύκολο να ξεφύγεις από καρχαρία στον Ειρηνικό, παρά να καταφέρεις να δέσεις αυτά τα διαβολόσχοινα εντός νερού. Γιατί θα μου πεις εσύ τώρα, και γιατί εντός νερού; Ότι τι δηλαδή ρε φιλενάδα; Θα έπαιρνα εγώ σου λέω το βρακί ανά χείρας και υπερήφανα εκτός νερού θα το έσερνα σα λάφυρο, ώστε να μη δώσω ούτε μια ευκαιρία στους παρευρισκομένους εντός και εκτός θαλάσσης να καταλάβουν το ρεζιλίκι μου; Πρέπει να πέρασαν 10 βασανιστικότατα λεπτά όπου το αίμα μου είχε παγώσει, ασχέτως αν ο ήλιος κόρωνε και που μόνο και μια μοναδική σκέψη περνούσε απ’το μυαλό μου «ευτυχώς που δεν είμαι άντρας,  γιατί με όλα αυτά τα μωρά δίπλα μου να πλατσουρίζουν αμέριμνα κι εγώ με τον κώλο έξω, ο πατέρας τους θα με πέρναγε τουλάχιστον για ανωμαλάρα του κερατά».

Ηθικό δίδαγμα: συμβουλή της μανούλας: όταν πηγαίνουμε κάπου να ψωνίσουμε έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και παίρνουμε πράγματα στο νούμερό μας, τα οποία και προνοούμε να τα δοκιμάσουμε προτού επιδωθούμε σε μακροβούτια με άγριες διαθέσεις ενώπιων μωρών (εκτός κι αν πρόκειται για μωρά ηλικίας 18 και άνω)…

Ιστορίες απ'την καθημερινότητα- 1 ιστορία


Μακροβούτια  για  μπανιστιρτζήδες

Είναι αυτό που λες «ούτε στον εχθρό σου παιδί μου τέτοια ξεφτίλα». Γιατί όπως λέει και ο σοφός λαός «όλα έχουν ένα όριο». Έλα μου όμως που κάποια πράγματα, όπως και να το κάνεις ρε παιδάκι μου, θες δεν είναι στο χέρι σου, θες είναι υπεράνω των δυνάμεών σου (όπως έλεγε και ο Βαλμόντ στις Επικίνδυνες σχέσεις, επικίνδυνη ώρα το θυμήθηκα αυτό), θες γιατί ο ύψιστος για όσους πιστεύετε Ύψιστος σε κάνει να φαίνεσαι μια μικρή τρίχα απ’το δασύτριχο στέρνο κάποιου ξεχασμένου νεάτερνταλ αρσενικού, πάντως κάποια πράγματα όπως και να το κάνεις, απλώς δεν ελέγχονται.

Θα πάρω τα πράγματα απ’την αρχή, όχι πολύ αρχή, γιατί η περιγραφή με καύσωνα είναι χειρότερη και από ζαμπόν χωρίς λιπαρά και καλοκαίρι δίχως θάλασσα. Η γράφουσα, γνωστή φαρδόκωλη με εξοχικό εις τας παραλίας, στο οποίο και ξεκαλοκαιριάζει κάθε χρόνο, προς τέρψην των απανταχού τσιμπουριών που την καλοπιάνουν και της κολλάνε για μια θέση στον ήλιο και στη μαγευτική βεράντα με θέα το πέλαγο και των απανταχού κολλητών που ικετεύει να την επισκεφθούν έστω και για δύο μέρες μόνο, για τόσο μόνο, όσο ένα μπάνιο διαρκεί για λίγο μόνο, γιατί τι να σου κάνει αγάπη μου και η θάλασσα και το καλοκαίρι και ο ήλιος και τα δειλινά τα πορτοκαλί και τα μενεξεδιά που για χάρη τους τραγούδησε μέχρι και η Βικάρα (η Μοσχολιού) αν είσαι μόνος σου ολημερίς και ολοβραδύς…μόνος ούτε στον Παράδεισο που λένε. Ένα τέτοιο πράγμα. Την αποφράδα ημέρα λοιπόν, αρχές του καλοκαιριού για τον περισσότερο κόσμο που σαν νορμάλ άνθρωποι μετράνε το καλοκαίρι απ’τον Ιούνιο και όχι απ’τον Απρίλη όπως εγώ που μόλις δω να ζεσταίνει λίγο ο καιρός έχω ήδη βουτήξει στη θάλασσα ιδρωμένη, ξυπνάω το πρωί εις το μαγευτικό εξοχικό και αποφασίζω αφού τουμπανιάσω με πρωινό εφάμιλλου των body-builderάδων που φιλοδοξούν να γίνουν Σουγκλάκοι, και αφού χωνέψω κανά 2ώρο για να μη βρεθώ εκατέρωθεν κανενός μπαρμπουνιού, αποφασίζω να βάλω το μαγιώ μου και να κάνω τα 5 βήματα που μου αναλογούν και με χωρίζουν απ’την πολυπόθητη θάλασσα.

Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι όταν σε τρώει η αφραγκία, όπως και του λόγου μου, ασχέτως αν ο υπόλοιπος κόσμος σε θεωρεί τουλάχιστον απόγονο του Λάτση επειδή έτυχε πριν από 60 τόσα χρόνια ο παππούς σου να κάνει μια επένδυση και να έχεις αυτή τη στιγμή αυτό το εξοχικό εις τας θάλασσας, αγοράζεις λοιπόν μαγιώ απ’την μπουτίκ λάικα. Χωρίς ντροπή, αλλά με απόλυτη περηφάνεια και τιμή πας στη γιούφτισσα την ξεδοντιάρα τη βρωμιάρα της σκας το 10ευρω και παίρνεις 3 νέα συνολάκια. Έτσι στο πιτς φιτίλι. Τώρα σου κάνουν δε σου κάνουν, πρέπει αγάπη μου να έχει εξασκηθεί και ο μάτης σου γιατί αλλιώς παίρνεις τέντα για βυζί κοριτσιού 2 μηνών ή όπως λέει και ο σοφός λαός μας «γουρούνι στο σακί». Η αφεντιά μου λοιπόν κλασική τεμπελχανού και βδελυρό παράδειγμα προς αποφυγή των απανταχού υπερκαταναλωτικών γυναικών, ομοιομάτων της Κάρυ Μπράτσω, δεν αντέχει να περάσει πάνω από 5’ στο οποιοδήποτε κατάστημα ή λαϊκή για να ψωνίσει το οτιδήποτε. Ρίχνω που λες εκεί μια ματιά στο συνολάκι, τσακ μπαμ, το ψωνίζω. Το φέρνω στο σπίτι, το πλένω ίσα με 30 φορές γιατί η υποχονδρίαση μου δεν έχει όρια και σύνορα και ποιος ξέρει οι γιούφτοι με τι βρωμόχερα το έπιασαν το ύφασμα που θα κοσμίσει σε λίγο τας ευαίσθητας περιοχάς μου, εν τέλει το φορώ και με χάρη και έπαρση πάω εκείνη την αποφράδα μέρα του Ιούνη να κολυμβήσω.

Ξεχασμένη δε ότι η ημέρα ήταν Κυριακή, και οι Κυριακές είναι πάντα δύσκολες πάντα, η πλαζζζζ ήταν γεμάτη με παιδάκια, μπρατσάκια, παιγνιδάκια, σωσιβιάκια, σκατουλάκια, γονείς που τσιρίζουν «Κωστάκη όχι τόσο βαθιά παιδί μου», κεφτεδάκια στο τάπερ και λοιπές σκηνές ελληνικής Κυριακής στις παραλίες. Απτόητη εγώ. Δε με πτοούν αγάπη μου τα παιδάκια, που παρόλο που όταν τα βλέπω βγάζω φλύκταινες, ούτε η αγριογκαρίδα τους μέσα στο τύμπανό μου, κάνω πως δεν τα ακούω, τα σνομπάρω κανονικά, ούτε ο άυπνος και κουρασμένος πατήρ τους που τρέχει ωσάν το Βέγγο εντός θαλάσσης για να μαζέψει το μπαλάκι στο ένα, για να φουσκώσει το σωσιβιάκι στο άλλο και για να κάνει κωλοτούμπες το τρίτο. Εγώ, λέω, θα μπουκάρω μέσα (αλά Σαπφώ Νοταρά). Και επειδή το ‘χω δει και χειμερινή κολυμβήτρια τον Ιούνιο είμαι στο 250ο μπάνιο μου οπότε και η θάλασσα μου φαίνεται πιο ζεστή και από το κέντρο της Αθήνας ντάλα Ιουλίου με καυσώνι 50αρι υπό σκιάν. Και ναι φίλε αναγνώστη, εκεί που λούομαι με μακροβούτι αλά Φελπς ο μαγιώς αποφασίζει να κάνει μια πασαρέλα μόνος του και να ακολουθήσει τη δική του τροχιά, ήτοι σε απλά ελληνικά «ξεβρακώνομαι».

Και πετάγομαι κακήν κακώς, άφησα το μακροβούτι στη μέση και αρχίζω έντρομη και πανικόβλητη να ψάχνω το βρακί, το οποίο και βρισκόταν εις τον πάτο της θάλασσας. Ευτυχώς και προς καλή μου τύχη βρισκόμουν στα ρηχά οπότε και το ανασηκώνω ευκόλως, όμως ο εν λόγω μαγιώς δεν ήταν βρακί βρακί ρε παιδί μου, τύπου βάζεις τα δύο σου πόδια στις δύο τρύπες και το ανεβάζεις προς τα πάνω, αλλά δενόταν με σχοινάκια δεξιόθεν και αριστερόθεν. Τα κορδονάκια αυτά είχαν λυθεί αμφότερα και πιστέψτε με αγαπητοί μου φίλοι είναι πιο εύκολο να ξεφύγεις από καρχαρία στον Ειρηνικό, παρά να καταφέρεις να δέσεις αυτά τα διαβολόσχοινα εντός νερού. Γιατί θα μου πεις εσύ τώρα, και γιατί εντός νερού; Ότι τι δηλαδή ρε φιλενάδα; Θα έπαιρνα εγώ σου λέω το βρακί ανά χείρας και υπερήφανα εκτός νερού θα το έσερνα σα λάφυρο, ώστε να μη δώσω ούτε μια ευκαιρία στους παρευρισκομένους εντός και εκτός θαλάσσης να καταλάβουν το ρεζιλίκι μου; Πρέπει να πέρασαν 10 βασανιστικότατα λεπτά όπου το αίμα μου είχε παγώσει, ασχέτως αν ο ήλιος κόρωνε και που μόνο και μια μοναδική σκέψη περνούσε απ’το μυαλό μου «ευτυχώς που δεν είμαι άντρας,  γιατί με όλα αυτά τα μωρά δίπλα μου να πλατσουρίζουν αμέριμνα κι εγώ με τον κώλο έξω, ο πατέρας τους θα με πέρναγε τουλάχιστον για ανωμαλάρα του κερατά».

Ηθικό δίδαγμα: συμβουλή της μανούλας: όταν πηγαίνουμε κάπου να ψωνίσουμε έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και παίρνουμε πράγματα στο νούμερό μας, τα οποία και προνοούμε να τα δοκιμάσουμε προτού επιδωθούμε σε μακροβούτια με άγριες διαθέσεις ενώπιων μωρών (εκτός κι αν πρόκειται για μωρά ηλικίας 18 και άνω)…

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Διάτρητη


Ζω στον αέρα και στη σιωπή. Και κρατιέμαι απ’τις φράσεις που ψιθύρισες μια νύχτα, είχε κόκκινο φεγγάρι θυμάμαι, ποτέ – μου είχαν πει- μην πιστέψεις τα λόγια της νύχτας που ντύθηκαν στο αίμα. Ας είναι. Δε χάθηκε και ο κόσμος, σκέφτηκα, τι κι αν πιστέψω τι κι αν όχι, μήπως θα άλλαζε ποτέ το χαρμόσυνο δρόμο για να με ακολουθήσει;


Ζω στο προχθές και στο μεθαύριο. Γιατί έτσι είναι. Το πριν και το μετά το χωρίζει πάντα αιώνας. Και συνήθισα σ’ αυτήν την ανάπαυλα μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, γιατί για τα δύσκολα χρειάζεται πάντα μια απόσταση, ένας χωρισμός. Μην αφήνεσαι- μου είχαν πει- ό,τι δεν κινείται βυθίζεται. Ας είναι, σκέφτηκα. Έχω βυθίσει το αίμα μου στην άμμο της θάλασσας και με χωρίς ανάσα θα μπορούσα να προχωρώ, ίσα για να φαίνομαι μαριονέτα στα μάτια σας να χαίρεστε κι ας περπατάω ξέπνοη.

Ζω στα αντίστροφα και στα αυθόρμητα. Και αφήνω το νήμα σε σένα, να σε περάσει μέσα απ’όλα όσα θα ‘θελες να ζήσεις μακριά μου και χορτασμένος πια απ’τα εφήμερα να τελειώσει ο σπάγγος σου έξω απ’την πόρτα μου. Να αφήσεις το νήμα να κατευθυνθεί όπου εκείνο ξέρει- μου είχαν πει. Ας είναι, σκέφτηκα. Συνήθισα να απλώνεις το νήμα μου διάχυτο και απροστάτευτο απ’τους καιρούς και να στέκεσαι στην άκρη της γραμμής του λυγίζοντας τα πόδια σου για να εκτοξευτείς πιο μακριά μου και πέφτοντας με δύναμη στο χείλος να μού ανατρέπεις τον κόσμο. Ελεύθερα. 
Για μένα ο κόσμος άρχιζει και τελειώνει όσο εσύ ακόμα, έστω και με το δάχτυλο, εφάπτεσαι στο νήμα μου.

Ζω στο σκοτάδι και στο ξημέρωμα. Κι όλα τα άλλα τ’αφήνω, για να τα γράψεις εσύ.


Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Γειτονιά


Τα τελευταία 60 χρόνια η οικογένειά μου ζει στην ίδια γειτονιά. Στον ίδιο δρόμο. Στο ίδιο σπίτι. Μέσα από τις παιδικές αφηγήσεις της μητέρας μου, νιώθω ότι έχω μεγαλώσει δύο παιδικές ηλικίες εδώ. Τα τελευταία 60 χρόνια ο δρόμος που με μεγάλωσε είναι ίδιος, για μένα είναι σαν να μη μεγάλωσε ποτέ κι ας τον κοιτάω τώρα 23 χρόνια μετά κι ας νοσταλγώ να ξαναπαίξω ποδόσφαιρο και μπάσκετ σ’αυτόν το δρόμο, να ανοίγω διστακτικά τις πόρτες των γειτόνων για να μαζέψω την μπάλα που παράπεσε, να οργανώνω κατασκοπίες στις γειτονικές αυλές γιατί το μυστήριο θρέφει τα νιάτα, να βγαίνω στη διασταύρωση με μια σφυρίχτρα και να κάνω τον τροχονόμο στα διερχόμενα αυτοκίνητα, να πηγαίνω κάθε απόγευμα σπανακόπιτα στην κυρία Άννα και στον κύριο Νίκο στη γωνία του δρόμου και να τραγουδάω μαζί τους και να με λοξοκοιτάνε οι φίλοι που εγώ τους αποκαλούσα έτσι όταν ο υπόλοιπος κόσμος τους έλεγε Βίσση-Καρβέλας, να πηγαίνω κάθε μεσημέρι στο διπλανό σπίτι για να γεμίσω μια κανάτα κρασί από το κρασί παραγωγής του γείτονα, που μέχρι πρότινος ήταν ένα παλιό χαμόσπιτο με κεραμίδια που πέταγα τα νεογιλά δόντια στα κεραμίδια του, με κοτούλες, φρέσκα αυγά, στάβλο, άλογα και βαρελίσιο κρασί, με όμορφες γάτες να μου νιαουρίζουν να τις ταίσω και να τις χαϊδέψω, να ξαναμιλήσω με τη Δάφνη το κορίτσι που μένει στην άλλη γωνία του δρόμου και κανείς δεν την έκανε παρέα στο σχολείο γιατί δεν περπατούσε όπως τα άλλα παιδιά και μια μέρα φοβήθηκα και εγώ που πάντα έκανα παρέα μαζί της και ρώτησα τη μαμά μήπως αρχίσω κι εγώ να μην περπατάω καλά από αύριο. 

Τα τελευταία 60 χρόνια ο δρόμος που με μεγάλωσε είναι ίδιος, αλλά πλέον δεν υπάρχει εκείνο το χαμόσπιτο, ούτε ο στάβλος με τα άλογα, δεν υπάρχει το κρασί τους, δεν υπάρχουν οι ίδιοι, υπάρχει ένα καινούργιο σπίτι, μεγάλο και άσπρο, σύγχρονο αλλά δεν υπάρχει πια η κόρη τους να το χαρεί, υπάρχει απλά ένα σπίτι που θα το πουλήσουν και κάποιοι θα ζήσουν εκεί στο μπετόν που έθαψε τις παιδικές μου αναμνήσεις και θα ζούνε αγνοώντας τι είναι αυτό το σπίτι και την ιστορία του και πλέον δεν υπάρχουν παιδιά να παίξουμε στους δρόμους και κάπου έχασα και τη σφυρίχτρα μου νομίζω. 

Και οι δίπλα απ’την άλλη μεριά λιγοστεύουν κι αυτοί επικίνδυνα όσο περνάνε τα χρόνια,αλλά εδώ θα μου πεις εγώ ακόμα κλειδώνω καλά τις πόρτες στο κάτω σπίτι και κατεβαίνω να αερίσω τα δωμάτια και τα βράδια ακούω βήματα κι ας μένουν πια εκεί μόνο οι αναμνήσεις μου. Με μεγάλωσε απότομα αυτή η γειτονιά τελικά, αυτός ο δρόμος. Σα να τα έζησα όλα και τα 60 χρόνια.


Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Η πόλις

Η πόλις θα σ’ακολουθεί πάντα. Η πόλις. Η σκέψη σου, η ιδέα σου, η αξία σου, η συνήθειά σου,η εμπειρία σου, η γνώση σου, η άγνοιά σου – προπαντός η άγνοια σου-, η θέλησή σου, η ελπίδα σου. Τελευταία η ελπίδα. Εκεί που πεθαίνει, άλλωστε. Είπες: θα πάγω σ’άλλη γη, θα πάγω σ’άλλη θάλασσα. Μα η γη δεν αλλάζει το χώμα της εύκολα,ούτε η θάλασσα τα νερά της. Στα ίδια σπίτια θα γερνάς, στις ίδιες θάλασσες θα λούζεις τις ενοχές σου για το της ελπίδας το αύριο που πέρασε μέσα απ’τα δάχτυλα σου και δεν πρόλαβες να το συγκρατήσεις δυό λεπτά. 

Όπου τα μάτια σου γυρίσεις, όπου κι αν δεις, ερείπια μαύρα της ζωής σου θα δεις που τόσα χρόνια ρήμαξες και χάλασες. Θα αλλάξω ψιθύρισες κάτι βροντερές καλοκαιρινές Κυριακές στον ουρανό. Φευ. Πώς να αλλάξουν έτσι τα ερείπια; Ποιο δοκάρι ελπίδας έπεσε θαρρείς για να προλάβεις εσύ στηλοβάτης του και ισορροπιστής του να το αδράξεις πριν πέσει, να το αναστηλώσεις σε θέση καίρια, άρτια, σταθερή, καινούργια; 

Το ερείπιο είναι η θέση σου. Ίσως μες το χαλασμό να βρίσκεται καλύτερα ο εαυτός σου. Τα κομμάτια όταν είναι σπασμένα ματώνουν πιο πολύ, αλλά έστω: έχεις πολλούς μικρούς καθρέφτες να αντικρίσεις το μέλλον που φεύγει. Να αποχαιρετήσεις το μέλλον που χάνεις. Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη τη μικρή σ’όλη τη γη την χάλασες.


Προλήψεις

Αργή η νύχτα- επιβραδυντική. 
Δεν είχα ξανακούσει από τόσο νωρίς τα πουλιά να γιορτάζουν τον ερχομό της επόμενης μέρας. Σκέφτηκα: αν τόσο κρατούν τα προεόρτια, ποιος ξέρει ποιο γλυκό κελάηδισμα χαράς θα κλείσει μέσα του την ευτυχία της μεθεπόμενης αργίας; Γιατί ξέρεις, κάθε τι που προϋπαντιέται έτσι, έτσι σκοπεύει χέρι με χέρι, καρπός με καρπό, δάχτυλο με δάχτυλο, ανάσα με ανάσα να σε συνοδεύσει. Είναι σαν το γνωστό Πρωτοχρονιάτικο φόβο. Να τα κάνεις όλα τα ευχάριστα σε μια μέρα. Μα χωράει τόση χαρά σε μια μέρα; Μην μπουκώσουν οι ώρες μονάχα και δε γυρίσει ο λεπτοδείκτης τα βαριά του πόδια και δεν έρθει ποτέ αυτό το αύριο το καινούργιο ελπιδοφόρο που περίμενες.

Προλήψεις. Εμένα καμιά άνοιξη δε μου άνοιξε το δρόμο, αν δεν πέρασε πρώτα μέσα από χειμώνες κι ας έριχνα ρόδα να χαράσσεται ο χρόνος ο πρώτος. Τι πρώτος και δεύτερος! Κανένας χρόνος δε γνωρίζει τι εστί ανθρώπινη ανταγωνιστικότητα. Φτάσω στο τέρμα πρώτη, φτάσω δεύτερη, φτάσω και τελευταία. Κανένας χρόνος δε θα είναι ποτέ τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο, απ'τον δικό σου τον παρελθοντικό.




15/05/2012

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Πέρασμα


Κι αν μού ζητούσαν να γράψω μια ιστορία, θα έγραφα τη δικιά μας, ξανά και ξανά. Στις σελίδες της διάβαζα πάντα όσα ποτέ σου δε μού είπες, μα τα ονειρεύτηκα να τα φωνάζεις τις ασέληνες νύχτες που τις κοιτάζαμε μαζί, σε εκείνο το σιωπηλό μπαλκόνι, κάποιας παραθάλλασιας νύχτας. Κι αν με ρωτούσαν αν θα άλλαζα κάτι στην ιστορία μας, δε θα άλλαζα τίποτα. Ούτε καν το τέλος μας, γιατί εγώ προσωπικά, δεν το είδα. Αν το ονειρεύτηκες εσύ, ληστής της σκέψης σου δεν μπορώ να γίνω. Μα τώρα που σε κοιτάζω καλύτερα, βλέπω στα μάτια σου πως τέλος δεν είδες ούτε κι εσύ. Ίσως αν μού ζητούσαν, να τόνιζα ξανά μονάχα εκείνη τη γιορτινή βόλτα κάποιας μεγάλης νύχτας, ορθόδοξης Πέμπτης που πορευτήκαμε στο μυστήριο πιασμένοι μπράτσο με μπράτσο, θαρρείς ο ύψιστος μάς καλούσε παρέα. Όχι, δεν ήταν το προσευχητάρι στο χέρι που κρατήσαμε, ούτε το περιστρεφόμενο κοίταγμα στην ξύλινη σκάλα που ανεβήκαμε αργά, στα δάχτυλα να μην κοπεί εξ’ημών το μέγα μυστήριο. 

Ήταν ίσως τα όμορφα και ακατανόητα για σένα λόγια της χορωδίας, ίσως η μυρωδιά του λιβανιού, θαρρώ πως πάντα έλεγες πως την μπέρδευες με τη δική μου. Κι έπειτα η αναμονή του προσκυνήματος, το τυπικό τελετουργικό των πιστών, για μας ένας ακόμα λόγος να ενωθούν οι ψυχές μας κάτω απ’το βλέμμα που φώναζε όσα τα αυτιά δε θα αντέξουν να ακούσουν ποτέ. Και το σιγοψυθίρισμα του ξενικού ονόματός σου, ξέρω ήταν το καλύτερο σου. Έγινες τώρα ένας από εμάς, όσο το πρόφερες, τόσο χαιρόσουν, σού άρεσε το πώς ακούγεται το όνομά σου στη γλώσσα μου. Την πνευματική και την οργανική. 

Δε θυμάμαι αν είχε φεγγάρι εκείνη τη νύχτα, αυτό ακολουθήσαμε άραγε συνεπαρμένοι καθώς περπατήσαμε πιασμένοι απ’το χέρι; Θυμάμαι να ακολουθώ πάντα το φεγγάρι, θυμάμαι να είσαι πάντα ο συνοδοιπόρος μου, σ’αυτό το ταξίδι, θυμάμαι κάθε μικρή λεπτομέρεια που ξέρω πως κι εσύ δεν έχεις ξεχάσει ως σήμερα. Αν μού ζητούσαν να διηγηθώ μια ιστορία δε θα έλεγα ποτέ το όνομά σου. Δεν είσαι ένα κομμάτι της ζωής μου, είσαι ένα κομμάτι της σκέψης μου κι αυτό σε κάνει πιο ιδιαίτερα τοποθετημένο στον απόρρητο πύργο που έχτισα, για να σε κρύψω απ’τα βλέμματα του κόσμου. Κι αν με μαγεύει κάτι σε σένα είναι ότι αφήνουμε το κλειδί πάντα στο τραπεζάκι αριστερά. Κι όμως, χρόνια τώρα, κανείς μας δεν το έχει χρησιμοποιήσει.




 20-1-2011