Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Διάτρητη


Ζω στον αέρα και στη σιωπή. Και κρατιέμαι απ’τις φράσεις που ψιθύρισες μια νύχτα, είχε κόκκινο φεγγάρι θυμάμαι, ποτέ – μου είχαν πει- μην πιστέψεις τα λόγια της νύχτας που ντύθηκαν στο αίμα. Ας είναι. Δε χάθηκε και ο κόσμος, σκέφτηκα, τι κι αν πιστέψω τι κι αν όχι, μήπως θα άλλαζε ποτέ το χαρμόσυνο δρόμο για να με ακολουθήσει;


Ζω στο προχθές και στο μεθαύριο. Γιατί έτσι είναι. Το πριν και το μετά το χωρίζει πάντα αιώνας. Και συνήθισα σ’ αυτήν την ανάπαυλα μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, γιατί για τα δύσκολα χρειάζεται πάντα μια απόσταση, ένας χωρισμός. Μην αφήνεσαι- μου είχαν πει- ό,τι δεν κινείται βυθίζεται. Ας είναι, σκέφτηκα. Έχω βυθίσει το αίμα μου στην άμμο της θάλασσας και με χωρίς ανάσα θα μπορούσα να προχωρώ, ίσα για να φαίνομαι μαριονέτα στα μάτια σας να χαίρεστε κι ας περπατάω ξέπνοη.

Ζω στα αντίστροφα και στα αυθόρμητα. Και αφήνω το νήμα σε σένα, να σε περάσει μέσα απ’όλα όσα θα ‘θελες να ζήσεις μακριά μου και χορτασμένος πια απ’τα εφήμερα να τελειώσει ο σπάγγος σου έξω απ’την πόρτα μου. Να αφήσεις το νήμα να κατευθυνθεί όπου εκείνο ξέρει- μου είχαν πει. Ας είναι, σκέφτηκα. Συνήθισα να απλώνεις το νήμα μου διάχυτο και απροστάτευτο απ’τους καιρούς και να στέκεσαι στην άκρη της γραμμής του λυγίζοντας τα πόδια σου για να εκτοξευτείς πιο μακριά μου και πέφτοντας με δύναμη στο χείλος να μού ανατρέπεις τον κόσμο. Ελεύθερα. 
Για μένα ο κόσμος άρχιζει και τελειώνει όσο εσύ ακόμα, έστω και με το δάχτυλο, εφάπτεσαι στο νήμα μου.

Ζω στο σκοτάδι και στο ξημέρωμα. Κι όλα τα άλλα τ’αφήνω, για να τα γράψεις εσύ.


Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Γειτονιά


Τα τελευταία 60 χρόνια η οικογένειά μου ζει στην ίδια γειτονιά. Στον ίδιο δρόμο. Στο ίδιο σπίτι. Μέσα από τις παιδικές αφηγήσεις της μητέρας μου, νιώθω ότι έχω μεγαλώσει δύο παιδικές ηλικίες εδώ. Τα τελευταία 60 χρόνια ο δρόμος που με μεγάλωσε είναι ίδιος, για μένα είναι σαν να μη μεγάλωσε ποτέ κι ας τον κοιτάω τώρα 23 χρόνια μετά κι ας νοσταλγώ να ξαναπαίξω ποδόσφαιρο και μπάσκετ σ’αυτόν το δρόμο, να ανοίγω διστακτικά τις πόρτες των γειτόνων για να μαζέψω την μπάλα που παράπεσε, να οργανώνω κατασκοπίες στις γειτονικές αυλές γιατί το μυστήριο θρέφει τα νιάτα, να βγαίνω στη διασταύρωση με μια σφυρίχτρα και να κάνω τον τροχονόμο στα διερχόμενα αυτοκίνητα, να πηγαίνω κάθε απόγευμα σπανακόπιτα στην κυρία Άννα και στον κύριο Νίκο στη γωνία του δρόμου και να τραγουδάω μαζί τους και να με λοξοκοιτάνε οι φίλοι που εγώ τους αποκαλούσα έτσι όταν ο υπόλοιπος κόσμος τους έλεγε Βίσση-Καρβέλας, να πηγαίνω κάθε μεσημέρι στο διπλανό σπίτι για να γεμίσω μια κανάτα κρασί από το κρασί παραγωγής του γείτονα, που μέχρι πρότινος ήταν ένα παλιό χαμόσπιτο με κεραμίδια που πέταγα τα νεογιλά δόντια στα κεραμίδια του, με κοτούλες, φρέσκα αυγά, στάβλο, άλογα και βαρελίσιο κρασί, με όμορφες γάτες να μου νιαουρίζουν να τις ταίσω και να τις χαϊδέψω, να ξαναμιλήσω με τη Δάφνη το κορίτσι που μένει στην άλλη γωνία του δρόμου και κανείς δεν την έκανε παρέα στο σχολείο γιατί δεν περπατούσε όπως τα άλλα παιδιά και μια μέρα φοβήθηκα και εγώ που πάντα έκανα παρέα μαζί της και ρώτησα τη μαμά μήπως αρχίσω κι εγώ να μην περπατάω καλά από αύριο. 

Τα τελευταία 60 χρόνια ο δρόμος που με μεγάλωσε είναι ίδιος, αλλά πλέον δεν υπάρχει εκείνο το χαμόσπιτο, ούτε ο στάβλος με τα άλογα, δεν υπάρχει το κρασί τους, δεν υπάρχουν οι ίδιοι, υπάρχει ένα καινούργιο σπίτι, μεγάλο και άσπρο, σύγχρονο αλλά δεν υπάρχει πια η κόρη τους να το χαρεί, υπάρχει απλά ένα σπίτι που θα το πουλήσουν και κάποιοι θα ζήσουν εκεί στο μπετόν που έθαψε τις παιδικές μου αναμνήσεις και θα ζούνε αγνοώντας τι είναι αυτό το σπίτι και την ιστορία του και πλέον δεν υπάρχουν παιδιά να παίξουμε στους δρόμους και κάπου έχασα και τη σφυρίχτρα μου νομίζω. 

Και οι δίπλα απ’την άλλη μεριά λιγοστεύουν κι αυτοί επικίνδυνα όσο περνάνε τα χρόνια,αλλά εδώ θα μου πεις εγώ ακόμα κλειδώνω καλά τις πόρτες στο κάτω σπίτι και κατεβαίνω να αερίσω τα δωμάτια και τα βράδια ακούω βήματα κι ας μένουν πια εκεί μόνο οι αναμνήσεις μου. Με μεγάλωσε απότομα αυτή η γειτονιά τελικά, αυτός ο δρόμος. Σα να τα έζησα όλα και τα 60 χρόνια.


Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Η πόλις

Η πόλις θα σ’ακολουθεί πάντα. Η πόλις. Η σκέψη σου, η ιδέα σου, η αξία σου, η συνήθειά σου,η εμπειρία σου, η γνώση σου, η άγνοιά σου – προπαντός η άγνοια σου-, η θέλησή σου, η ελπίδα σου. Τελευταία η ελπίδα. Εκεί που πεθαίνει, άλλωστε. Είπες: θα πάγω σ’άλλη γη, θα πάγω σ’άλλη θάλασσα. Μα η γη δεν αλλάζει το χώμα της εύκολα,ούτε η θάλασσα τα νερά της. Στα ίδια σπίτια θα γερνάς, στις ίδιες θάλασσες θα λούζεις τις ενοχές σου για το της ελπίδας το αύριο που πέρασε μέσα απ’τα δάχτυλα σου και δεν πρόλαβες να το συγκρατήσεις δυό λεπτά. 

Όπου τα μάτια σου γυρίσεις, όπου κι αν δεις, ερείπια μαύρα της ζωής σου θα δεις που τόσα χρόνια ρήμαξες και χάλασες. Θα αλλάξω ψιθύρισες κάτι βροντερές καλοκαιρινές Κυριακές στον ουρανό. Φευ. Πώς να αλλάξουν έτσι τα ερείπια; Ποιο δοκάρι ελπίδας έπεσε θαρρείς για να προλάβεις εσύ στηλοβάτης του και ισορροπιστής του να το αδράξεις πριν πέσει, να το αναστηλώσεις σε θέση καίρια, άρτια, σταθερή, καινούργια; 

Το ερείπιο είναι η θέση σου. Ίσως μες το χαλασμό να βρίσκεται καλύτερα ο εαυτός σου. Τα κομμάτια όταν είναι σπασμένα ματώνουν πιο πολύ, αλλά έστω: έχεις πολλούς μικρούς καθρέφτες να αντικρίσεις το μέλλον που φεύγει. Να αποχαιρετήσεις το μέλλον που χάνεις. Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη τη μικρή σ’όλη τη γη την χάλασες.


Προλήψεις

Αργή η νύχτα- επιβραδυντική. 
Δεν είχα ξανακούσει από τόσο νωρίς τα πουλιά να γιορτάζουν τον ερχομό της επόμενης μέρας. Σκέφτηκα: αν τόσο κρατούν τα προεόρτια, ποιος ξέρει ποιο γλυκό κελάηδισμα χαράς θα κλείσει μέσα του την ευτυχία της μεθεπόμενης αργίας; Γιατί ξέρεις, κάθε τι που προϋπαντιέται έτσι, έτσι σκοπεύει χέρι με χέρι, καρπός με καρπό, δάχτυλο με δάχτυλο, ανάσα με ανάσα να σε συνοδεύσει. Είναι σαν το γνωστό Πρωτοχρονιάτικο φόβο. Να τα κάνεις όλα τα ευχάριστα σε μια μέρα. Μα χωράει τόση χαρά σε μια μέρα; Μην μπουκώσουν οι ώρες μονάχα και δε γυρίσει ο λεπτοδείκτης τα βαριά του πόδια και δεν έρθει ποτέ αυτό το αύριο το καινούργιο ελπιδοφόρο που περίμενες.

Προλήψεις. Εμένα καμιά άνοιξη δε μου άνοιξε το δρόμο, αν δεν πέρασε πρώτα μέσα από χειμώνες κι ας έριχνα ρόδα να χαράσσεται ο χρόνος ο πρώτος. Τι πρώτος και δεύτερος! Κανένας χρόνος δε γνωρίζει τι εστί ανθρώπινη ανταγωνιστικότητα. Φτάσω στο τέρμα πρώτη, φτάσω δεύτερη, φτάσω και τελευταία. Κανένας χρόνος δε θα είναι ποτέ τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο, απ'τον δικό σου τον παρελθοντικό.




15/05/2012

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Πέρασμα


Κι αν μού ζητούσαν να γράψω μια ιστορία, θα έγραφα τη δικιά μας, ξανά και ξανά. Στις σελίδες της διάβαζα πάντα όσα ποτέ σου δε μού είπες, μα τα ονειρεύτηκα να τα φωνάζεις τις ασέληνες νύχτες που τις κοιτάζαμε μαζί, σε εκείνο το σιωπηλό μπαλκόνι, κάποιας παραθάλλασιας νύχτας. Κι αν με ρωτούσαν αν θα άλλαζα κάτι στην ιστορία μας, δε θα άλλαζα τίποτα. Ούτε καν το τέλος μας, γιατί εγώ προσωπικά, δεν το είδα. Αν το ονειρεύτηκες εσύ, ληστής της σκέψης σου δεν μπορώ να γίνω. Μα τώρα που σε κοιτάζω καλύτερα, βλέπω στα μάτια σου πως τέλος δεν είδες ούτε κι εσύ. Ίσως αν μού ζητούσαν, να τόνιζα ξανά μονάχα εκείνη τη γιορτινή βόλτα κάποιας μεγάλης νύχτας, ορθόδοξης Πέμπτης που πορευτήκαμε στο μυστήριο πιασμένοι μπράτσο με μπράτσο, θαρρείς ο ύψιστος μάς καλούσε παρέα. Όχι, δεν ήταν το προσευχητάρι στο χέρι που κρατήσαμε, ούτε το περιστρεφόμενο κοίταγμα στην ξύλινη σκάλα που ανεβήκαμε αργά, στα δάχτυλα να μην κοπεί εξ’ημών το μέγα μυστήριο. 

Ήταν ίσως τα όμορφα και ακατανόητα για σένα λόγια της χορωδίας, ίσως η μυρωδιά του λιβανιού, θαρρώ πως πάντα έλεγες πως την μπέρδευες με τη δική μου. Κι έπειτα η αναμονή του προσκυνήματος, το τυπικό τελετουργικό των πιστών, για μας ένας ακόμα λόγος να ενωθούν οι ψυχές μας κάτω απ’το βλέμμα που φώναζε όσα τα αυτιά δε θα αντέξουν να ακούσουν ποτέ. Και το σιγοψυθίρισμα του ξενικού ονόματός σου, ξέρω ήταν το καλύτερο σου. Έγινες τώρα ένας από εμάς, όσο το πρόφερες, τόσο χαιρόσουν, σού άρεσε το πώς ακούγεται το όνομά σου στη γλώσσα μου. Την πνευματική και την οργανική. 

Δε θυμάμαι αν είχε φεγγάρι εκείνη τη νύχτα, αυτό ακολουθήσαμε άραγε συνεπαρμένοι καθώς περπατήσαμε πιασμένοι απ’το χέρι; Θυμάμαι να ακολουθώ πάντα το φεγγάρι, θυμάμαι να είσαι πάντα ο συνοδοιπόρος μου, σ’αυτό το ταξίδι, θυμάμαι κάθε μικρή λεπτομέρεια που ξέρω πως κι εσύ δεν έχεις ξεχάσει ως σήμερα. Αν μού ζητούσαν να διηγηθώ μια ιστορία δε θα έλεγα ποτέ το όνομά σου. Δεν είσαι ένα κομμάτι της ζωής μου, είσαι ένα κομμάτι της σκέψης μου κι αυτό σε κάνει πιο ιδιαίτερα τοποθετημένο στον απόρρητο πύργο που έχτισα, για να σε κρύψω απ’τα βλέμματα του κόσμου. Κι αν με μαγεύει κάτι σε σένα είναι ότι αφήνουμε το κλειδί πάντα στο τραπεζάκι αριστερά. Κι όμως, χρόνια τώρα, κανείς μας δεν το έχει χρησιμοποιήσει.




 20-1-2011

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

To τέλος της παπαρολογίας


Θα σου μιλήσω έξω απ'τα δόντια γιατί εδώ που φτάσαμε δε χωράνε περιθώρια για να κρυβόμαστε πίσω απ'το δάχτυλό μας,ούτε για ωραιοποιήσεις. Θα σου ξεκαθαρίσω κάτι: δεν υποστηρίζω κανένα κόμμα. Υπάρχουν κόμματα που συμπαθώ περισσότερο και κόμματα που αντιπαθώ περισσότερο. Βρίσκω σωστά και λάθη σε όλες τις απόψεις. Δεν ταυτίζομαι με καμία στο 100%. Μαζεύω απ'τη μια και μαζεύω απ'την άλλη. Και δυστυχώς δεν υπάρχει κάποιο κόμμα που να εκφράζει αυτά που με αντιπροσωπεύουν.

Εν όψει εκλογών (επαναληπτικών-σημαντικό αυτό) έχω παρακολουθήσει τόσο πολύ τις πολιτικές εξελίξεις που έφτασα τις προάλλες να οδηγώ και να βρίσκω μια καλή πλην όμως λίγο στριμόκωλη θέση για να παρκάρω και αναφώνησα "α να μια ωραία θέση! Αλλά πώς θα την ψηφίσω;". Από κει και μόνο καταλαβαίνεις ότι η ψήφος έχει γίνει εμμονή, ακριβώς επειδή η κατάσταση είναι έκρυθμη και ακριβώς επειδή πρέπει να ξέρεις πού την ρίχνεις.

Ακούω λοιπόν τον τελευταίο καιρό παπαγαλάκια να λένε το ένα, παπαγαλάκια να λένε το άλλο,μόνο και μόνο για να υπερασπιστούν το κόμμα τους, δηλαδή τη δική τους αλήθεια. Οι Έλληνες που τόσα χρόνια ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ, αποφασίζουν στις τωρινές εκλογές ότι αυτά τα λαμόγια δεν πρέπει να ξαναβγούν στη Βουλή (παρόλο που έχουν ωφεληθεί παλαιότερα απ'αυτά τα λαμόγια και με σημαιάκια έβγαιναν όταν νικούσε το κόμμα τους να πανηγυρίσουν). Βρίζουν, χειρονομούν, μαυρίζουν στις κάλπες ΔΙΚΑΙΩΣ στο σημείο που είναι πλέον πασιφανές πόσο έξω έπεσαν στις εκτιμήσεις τους, πόσο κλέφτες και ψεύτες ήταν αυτοί που ψήφιζαν τόσα χρόνια, πόσο χωμένους στο λάκκο μας έβαλαν με τα μέτρα λιτότητας. Και κάνουν λοιπόν μια τράμπα δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας αποδεικνύεται πιο γιος του Ανδρέα Παπανδρέου και απ'΄τον ίδιο το Γιωργάκη, όταν προεκλογικά και ως αντιπολίτευση μίλαγε με αντιμνημονιακούς όρους και τώρα που βλέπει πως είναι πιο κοντά στη νίκη παρά ποτέ, έχοντας υπόψην του ότι ο κόσμος δε θέλει να φύγουμε απ'το ευρώ, βγαίνει με τσιτάτα να υποστηρίξει ότι θα κάνει ό,τι περνάει απ'το χέρι του για να μείνουμε στο ευρώ, καταγγέλοντας παράλληλα το μνημόνιο και υποσχόμενος ότι δε θα γίνουμε Βουλγαρία. Το τρίπτυχο ευρώ= μνημόνιο= μισθοί Βουλγαρίας έχει απορριφθεί ανοιχτά απ'το εν λόγω κόμμα. Η λογική του είναι ότι η Ευρώπη μπλοφάρει και πως δε θα μας πετάξουν έξω απ'το ευρώ (γιατί θα παιχτεί ντόμινο και με άλλες χώρες), αλλά ούτε τα χρέη θα πληρώσουμε και ούτε θα φτωχύνουμε κι άλλο. Αυτή η επιχειρηματολογία που στερείται ήθους (και θα εξηγήσω πάραυτα γιατί) βρήκε συμπαραστάτες της τους κλασικούς Έλληνες που έχουν μάθει τόσα χρόνια να ζουν σε ένα κράτος, όπου και φοροδιαφεύγουν και λεφτά έχουν και δεν τιμωρούνται και όλα καλώς βαίνουν.

Εξηγούμαι γιατί στερείται ήθους: διότι κύριοι, καλώς ή κακώς τόσα χρόνια ζούσαμε με δανεικά. Ζούσαμε μια επίπλαστη ευημερία. Ζούσαμε με λεφτά που δεν ίδρωσε ο σβέρκος μας να αποκτήσουμε και τα γλεντάγαμε στα μπουζούκια, στις Αράχωβες, στις Μυκόνους, στις Καγιέν, στα δάνεια για να φτιάξεις βίλα, πισίνα και 5οροφη κιτς πολυκατοικία στο χωριό. Τόσα χρόνια ζούσαμε με λεφτά που δεν είχαμε και τώρα που ήρθε ο λογαριασμός αρνούμαστε να τον πληρώσουμε, γιατί έχουμε μάθει τόσα χρόνια να ζούμε σε ένα κράτος που η απάτη δεν τιμωρείται. Η απάτη δεν τιμωρείται στην Ελλάδα κύριοι γιατί αν τιμωρείτο οι κλέφτες πολιτικοί θα έπρεπε σήμερα να είναι στη φυλακή και όχι υποψήφιοι για την Πρωθυπουργία. Ωστόσο, παρόλο που εμείς οι Έλληνες φωνάζουμε ότι οι μεγαλύτεροι κλέφτες είναι οι πολιτικοί- και ΣΩΣΤΑ ΛΕΜΕ αυτοί είναι οι μεγαλύτεροι και όχι ο λαός- ξαναψηφίζουμε τους ίδιους κλέφτες. Τους ίδιους αυτούς που μας έμαθαν ότι η δημοκρατία είναι η ασυδοσία, ότι ο νόμος είναι παραθυράκι προς το συμφέρον μας και η τιμωρία άγνωστη λέξη.

Αυτή η έλλειψη ήθους λοιπόν, κατά την οποία και έχεις χρεώσει το κατάστημα και δε θες να το ξεπληρώσεις (με πρώτους τους πολιτικούς που έφαγαν και ορεκτικό και κυρίως πιάτο και επιδόρπιο, ενώ ο λαός έφαγε μόνο ορεκτικό), την οποία για ευνόητους λόγους (ακριβώς επειδή ο λαός αυτό θέλει να ακούσει) ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει, εσύ ενώ ένα καλοκαίρι ολόκληρο κάηκες από τον ήλιο και τα χημικά να τσιρίζεις, τώρα έρχεσαι να ψηφίσεις το ανάποδο. Πιστεύεις ότι το σωστό και το δίκαιο είναι να μην πληρώσεις το χρέος, να μη φας το μνημόνιο και τη φτώχια του, αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσεις το καλό νόμισμα, το ευρώ.

Για τον αντίποδα είναι έως και γελοίο να αναφερθεί κανείς. Ίσως απ'τα πιο επικίνδυνα άτομα της πολιτικής σκηνής είναι ο Σαμαράς. Ένας άνθρωπος που προεκλογικά πίστευε στην αυτοδυναμία της ΝΔ, που μόνο που δε σφάχτηκε με την Ντόρα για την αρχηγία του κόμματος και που τώρα που βλέπει τα δύσκολα, την επαναφέρει στο κόμμα, κινδυνολογεί ότι μόνο με αυτόν ο κόσμος θα καταφέρει να μείνει στο ευρώ (γνωρίζοντας φυσικά πως αυτή είναι η απαίτηση της μεγαλύτερης μερίδας του κόσμου) και τρομοκρατεί τους Έλληνες για έξοδό μας από την ΕΕ.

Στην πολιτική σκηνή υπάρχει και το ΚΚΕ. Ένα κόμμα με σαφείς και σταθερές απόψεις τόσα χρόνια (να φύγουμε απ'το ΝΑΤΟ και απ'την ΕΕ). Τι θα γίνει μετά; Δεν το λέει κανείς. Και δεν το λέει,γιατί δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Η Αλέκα ξέρει ότι δε θα κυβερνήσει ποτέ. Και κοιμάται ήσυχη,γιατί δε θα ήξερε πώς να κυβερνήσει, αν της δινόταν η ευκαιρία.

Έταιρος διεκδικητής της ψήφου μας ο Πάνος Καμμένος. Συμπυκνώνει στο λόγο του πολλές από τις απόψεις που λέχθηκαν στο Σύνταγμα. Μιλάει με πατριωτικό στόμφο, καταγγέλει τους κλέφτες, νομίζεις πως είναι η ελπίδα μας. Ώσπου, καταλαβαίνεις πως δε γίνεται να εμπιστευθείς ένα κόμμα που συμφωνεί στις μπλόφες του Τσίπρα: ότι δηλαδή θα καταγγείλουμε το μνημόνιο, δε θα πτωχεύσουμε, δε θα φτωχύνουμε κι άλλο και θα παραμείνουμε στο ευρώ. Κι εγώ σου λέω πως το κατάφερες κι εσύ και ο Τσίπρας. Ότι κατάφερες δηλαδή μια ολόκληρη Ευρώπη και ένα ολόκληρο ΔΝΤ να το φέρεις στα μέτρα της Ελλάδας, στα μέτρα μιας χώρας που και έκανε την πατάτα και δε θα την πληρώσει και δε θα τιμωρηθεί και θα συνεχίζουν να τις προσφέρουν πατάτες. Ωραία. Και μετά; Τι θα έχει διδαχτεί ο Έλληνας; Θα έχει διδαχτεί ότι μπορεί και πάλι να δανειστεί απεριόριστα, δε θα έχει διορθώσει τις παθογένειες του κράτους του ούτε στο ελάχιστο και θα έχει κερδίσει την παραμονή του στο ευρώ και τη χαρά ότι έδιωξε το μνημόνιο. Φυσικό επακόλουθο; Να ξαναγυρίσουμε στο ίδιο σημείο που είμαστε και σήμερα.

Κάπου στο τέλος φαίνονται και κάποιοι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί. Λέγονται: Κουβέλης, Μάνος και Τζήμερος. Για τον Κουβέλη τα λόγια είναι περιττά. Οποιαδήποτε κυβέρνηση κι αν σχηματιστεί θα είναι πρόθυμος να συμμετέχει είτε ταιριάζει ιδεολογικά μαζί του είτε όχι. Και καταλήγουμε σε δύο ανθρώπους που θέλησαν να συνεργαστούν. Ο μεν θεώρησε ότι αν πάρει τους γκέι μαζί του θα μπει στη Βουλή, ο δε πίστεψε πως αν γλείψει τη Μέρκελ θα γίνει αγαπητός στους Έλληνες. Αναφορικά με το Μάνο όταν είδε ότι δεν του βγήκε με το Βαλλιανάτο,πήρε μαζί του τον Τζήμερο. Και όταν και αν μπει στη Βουλή θα πάει και με το Σαμαρά. Γιατί είναι τελικά μεγάλο το δέλεαρ να κυβερνήσεις. Μεγαλύτερο κι από το να μην αλλοιώσεις τις απόψεις σου. Ο δε Τζήμερος στέλνει ή θα στείλει επιστολή στη Μέρκελ αποκαλώντας την "εξοχοτάτη κυρία Μέρκελ". Τζήμερο, εφόσον αναμείχθηκες στην πολιτική αυτού του τόπου θα έπρεπε να είχες και την οξύνια να καταλάβεις ότι τους δανειστές και τους υπαίτιους της οικονομικής συμφοράς της χώρας σου δεν τους αποκαλούμε "εξοχοτάτους", ούτε προσκυνάμε να γονατίσουμε για να ζητήσουμε το έλεος τους. Η έντιμη στάση που κράτησες στην επιστολή σου, να πεις δηλαδή φόρα παρτίδα "ναι, είμαστε ένα κράτος που τόσα χρόνια φοροδιαφεύγαμε, κλέβαμε ο ένας τον άλλον, έχουμε παρακράτος, παραπαιδεία, χίλια δύο μύρια προβλήματα" δε σου δίνει το δικαίωμα να υποβαθμίζεις την αξιοπρέπεια αυτής της χώρας και των πολιτών της. Η Γερμανία, Τζήμερο, δεν είναι η Αγία Τριάδα που θα σε σώσει,ούτε είναι άμοιρη ευθυνών. Η Γερμανία σε δάνειζε γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να αποπληρώσεις τα δάνεια και τώρα σε συνεργασία με την τρόικα στηλιτεύει κάθε αξιοπρέπεια ενός λαού,από τον οποίον οι πρόγονοί της είπαν ότι οφείλουν πολλά.Η Γερμανία είναι μια χώρα που κρατάει στις πλάτες της 2 Παγκοσμίους πολέμους και μια χώρα που δεν είναι αγαπητή σε κανέναν, πόσω δε μάλλον στους Έλληνες.

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα ζητήσεις τη βοήθεια των ξένων για να μας σώσουν απ'τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας- ΚΑΙ ΠΟΥ ΠΟΛΥ ΟΡΘΑ ΘΑ ΠΡΑΞΕΙΣ- διατήρησε το κεφάλι σου ψηλά, την αξιοπρέπειά σου στα ουράνια και παίξε στα ίσα: "κάναμε λάθη σαν κράτος. Ακόμα και τώρα, το κράτος μας δε λειτουργεί σωστά. Και τώρα φοροδιαφεύγουμε και τώρα λαδώνουμε και τώρα λαδωνόμαστε και τώρα παραπαίουμε στα παραθυράκια των νόμων που εξυπηρετούν τα δικά μας συμφέροντα. Είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε,για να φτιάξουμε τη χώρα που αγαπάμε καλύτερα. Και εφόσον έχετε να μας υποδείξετε 10 συμβουλές καλυτέρευσης των λειτουργιών του κράτους, θα τις ακούσουμε. Κι εσείς με τη σειρά σας θα μας δώσετε χρόνο και χρήμα να αναπτυχθεί η αγορά, να ανασάνουν οι πολίτες μας και όλοι μας να προσαρμοστούμε στο νέο σύστημα, όπου όλοι θα είναι ίσοι απέναντι στο νόμο και το κράτος θα λειτουργεί για τον πολίτη, με υγιείς τρόπους. Αν πάλι δε θέλετε και περιμένετε και το κράτος να φτιάξουμε και τα δάνεια να πληρώσουμε, με αποτέλεσμα ο Έλληνας να καταστραφεί, πάρτε το ευρώ και βάλτε το στον κώλο σας. Όσο για μας, θα ακολουθήσουμε τις συμβουλές σας για να φτιάξουμε μια Ελλάδα νέα, υγιή, λειτουργική, σωστή για τους πολίτες της και σιγά σιγά ακόμα και με τη δραχμή μας, θα δείτε που θα γίνουμε ένα καλό κράτος".

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω πως για μένα το δίλημμα "ευρώ ή δραχμή" μου φαίνεται αδιάφορο. Για μένα ο πυρήνας του προβλήματος της χώρας μου δεν είναι αν θα την πληρώνω σε ευρώ ή δραχμή, αλλά το ότι αυτό το κράτος έχει σοβαρά προβλήματα λειτουργικότητας σε όλους τους τομείς (υγεία,δικαιοσύνη,οικονομία,παιδεία, άμυνα, εσωτερική πολιτική, περιβάλλον, πολιτισμό,) που αν δε διορθωθούν είναι παντελώς ανούσιο να καιγόμαστε για το αν θα έχουμε στις τσέπες μας ευρώ ή δραχμή. 

ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΝΑ ΠΑΝΙΚΟΒΛΗΘΩ ή όχι;


Σχολείο, φροντιστήριο, ιδιαίτερο, η μέρα έχει μόνο 24 ώρες και αυτοί μου έχουν βάλει ασκήσεις για να λύνουν και τα δισέγγονά μου και άντε πάλι να ξανακάνω τις μεταφράσεις των λατινικών, από το προηγούμενο καλοκαίρι τις πιλατεύω, πιστέψτε με και στην Επίδαυρο μπροστά μπορώ να έρθω και να σας τις απαγγείλω, όχι δε μας ενδιαφέρει η δικιά ΣΟΥ άποψη για τη θανατική ποινή, αν πέσει αυτό το θέμα στις Πανελληνίες θα γράψεις τη δικιά ΤΟΥΣ άποψη, αυτή που θέλουν να ακούσουν εκείνοι, μη γίνει τώρα καμιά στραβή και χάσεις το 0,0000001 μόριο και δεν περάσεις, όχι δεν έχει σημασία να μάθεις για την Παλλινόστηση με δικά σου λόγια, θα την μάθεις παπαγαλία, λέξη προς λέξη, συλλαβή προς συλλαβή, κόμμα προς κόμμα κι αν έχεις ξεχάσει μέχρι το τέλος Ιουνίου τι εστί Παλλινόστηση δεν πειράζει, σημασία έχει να τα θυμηθείς εκείνη την ώρα και να τους τα γράψεις νερό. 

«Μα….» προλαβαίνεις μόνο να ψελλίσεις, σκέφτεσαι αυτή είναι η Παιδεία που όλοι γύρω μου βαυκαλίζονται ότι είναι τόσο σπουδαία; Και κοιτάς το σημερινό αντίποδα: οι άνεργοι κοντεύουν να είναι περισσότεροι και απ’τους μετανάστες, νέοι μιας γενιάς μεγαλύτερης απ’τη δική σου έχουν μαζέψει ένα πάκο πτυχία, ΑΕΙ, ΤΕΙ, αγγλικών, γαλλικών, γερμανικών, ισπανικών, κομπιούτερ, τα έχουν κορνιζάρει στην πιο φωτεινή μεριά του τοίχου για να αναδεικνύονται- άλλωστε με όλα τα ωραία εκθέματα στα μουσεία αυτό συμβαίνει. Τα τοποθετούν στα πιο κεντρικά και φωτεινά για σημεία για να πάει όλων των μάτι. Και αγανακτείς: ΓΙΑΤΙ να σπουδάσω αφού θα καταλήξω άνεργος; ΓΙΑΤΙ να μπω στο Πανεπιστήμιο αφού γίνονται καταλήψεις; ΓΙΑΤΙ να περάσω άλλα 4-5-6-7 χρόνια απ’τη ζωή μου για να αφομοιώνω τόμους βιβλίων; ΓΙΑΤΙ να στερηθώ τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου, τα πιο αθώα και τα πιο σκανδαλιάρικα με τη γελοία δικαιολογία ότι έχω όλη τη ζωή μπροστά μου για να ζήσω όσα θέλω; ΓΙΑΤΙ να τρέχω σαν άλογο κούρσας να προλάβω να τελειώσω την ύλη, να προλάβω να την κάνω 10 φορές επανάληψη, να προλάβω να λύσω ΌΛΕΣ τις ασκήσεις από το βιβλίο, από το λυσσάρι, από τα βοηθήματα, από αυτές του καθηγητή στο φροντιστήριο, από αυτές της καθηγήτριας στο ιδιαίτερο, απ’αυτά που μας βάζουν στο σχολείο, από αυτές που έπεσαν τα προηγούμενα χρόνια; Και να μην υπάρχει καιρός, ούτε να βγω για ένα καφέ ένα Σάββατο απόγευμα, ούτε να πάω σινεμά με τους φίλους μου, έκοψα και το μπάσκετ που μου άρεσε γιατί οι γονείς μού είπαν ότι τώρα που θα δώσεις εξετάσεις δε γίνεται να αποσπάται το μυαλό σου δεξιά κι αριστερά, μού πήραν και το λάπτοπ γιατί λέει στο Πανεπιστήμιο είναι ο στόχος σου να μπεις, όχι να κάνεις like στην καινούργια φωτογραφία της συμμαθήτριάς σου στο facebook και άλλα τέτοια.

Πρέπει αλήθεια τα πράγματα να είναι τόσο ζοφερά για μια θέση στο Πανεπιστήμιο; Ας το εξετάσουμε και από Ψυχολογικής πλευράς το ζήτημα: οι γονείς εργαζόμενοι και καθηγητές εργαζόμενοι που ζουν με ηρεμιστικά χαπάκια, που κλαίγονται πως έχουν αποξενωθεί απ’τους φίλους τους, που πεθαίνουν στην κούραση με τις υπερωρίες, που γυρνάνε σπίτι τους ψόφιοι απ’την κούραση, άδειοι από κάθε διάθεση να κάνουν κάτι όμορφο στη ζωή τους, που έχουν παρατήσει το γυμναστήριο, το κολυμβητήριο, το χορό και ό,τι άλλο χόμπυ θα ήθελαν να είχαν λόγω έλλειψης χρόνου, είναι τελικά τόσο ευχαριστημένοι απ΄τη ζωή τους και την προβάλλουν και ως πρότυπο στα νέα παιδιά;

Ναι, το να μπεις στο Πανεπιστήμιο είναι μια σημαντική υπόθεση και αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στα παιδιά που το καταφέρνουν. Αλλά δε θα ήταν προτιμότερο να δείχναμε στα παιδιά τρόπους να οργανώσουν το χρόνο τους, χωρίς να υστεριάζουν, ώστε να τους μένει λίγος ελεύθερος χρόνος για να αποσυμπιέζεται ο εγκέφαλος, για να «κάθεται» η γνώση καλύτερα, για να ηρεμούν οι χτύποι της καρδιάς, για να ξαναπαίρνει μπρος το άλογο κούρσας να τρέξει; Δε θα ήταν προτιμότερο να δείχναμε στα παιδιά τα μαξιλάρια που θα μπορούσαν να πέσουν μπροστά σε μια ενδεχόμενη αποτυχία και όχι να τους δημιουργούμε την εντύπωση ότι το μεγαλύτερο κατόρθωμα στη ζωή ενός ανθρώπου είναι να μπει στο Πανεπιστήμιο; Κι αν τελικά δεν τα καταφέρει; Σε ποιο ακριβώς μαξιλαράκι θα πέσουν τα όνειρά και η αυτοπεποίθησή του για να μη χτυπήσουν; Δε θα ήταν προτιμότερο να βγαίναμε όλοι και ειδικά όσοι είναι γονείς απ’ την ουτοπία ότι όλοι θα πρέπει να γίνουν επιστήμονες είτε το θέλουν είτε όχι, είτε το μπορούν είτε όχι; Το να μην μπει ένα παιδί στο Πανεπιστήμιο δεν είναι ντροπή. Το να μην καταφέρει να βρει ένα νόημα στη ζωή του, μια εργασία που να τον ενδιαφέρει, μια δουλειά στην οποία να είναι καλός, δεν είναι μεγαλύτερη ντροπή;