Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Μεσοδιάστημα


Πού με πήγαινε ο καιρός, δεν ήξερα.

Ποιο φεγγάρι αγάπησε τάχα την πορεία μου και αυτοβούλως θέλησε να μου φωτίζει το δρόμο;
Ας είναι.

Κι άλλες φορές χάθηκα πίσω από τα σύννεφα και περίμενα μια βροχή βελόνα να πέσει, να ράψει τα κενά μεταξύ ζωής και μη ζωής που άφησες ανοιχτά.

Ξάστερος ουρανός. Εν αναμονή άνοιξης ψιθύρισαν γελαστά τα παιδιά. Ήλιος μεσουράνιος διαψευστής των πόθων μου, τη σιγανή βροχούλα σου αποστερητής κι αυτήν την άνοιξη.

Το χάσμα είναι χάσμα. Όσο και να το μπαλώνεις με ξόβεργες, όσο και να ζευγαρώνεις τη μια πλευρά με την απέναντι, το απέναντι θα μένει πάντα έναντι. Μιας προσμονής βροχής. Τι τα θες;
Δε θα αλλάξει ο καιρός για μιαν περίσταση. ΄

Πόση τάχα μικρότητα περιέκλεισε μέσα του αυτό το περί; Θα έπρεπε κύκλος να γίνει και με τη μεγάλη του περιφέρεια να αγκαλιάσει την υπόστασή σου. Να σε περικυκλώσει, να περιχαρακώσει τη ρευστότητά σου- να μην τρέχει από το φεγγάρι δάκρυ η σταγόνα της ανυπαρξίας σου. Και να με περιδινύσει έτσι δορυφόρο των επιθυμιών σου, σε πλατιά τροχιά γύρω από το όνομά σου για να περιπτύσσομαι ελεύθερη και να σε αγγίζω μην περιμένοντας άλλο μιαν βροχή.

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Eλληνικό σκάκι


Το παιγνίδι είναι  μια καλοστημένη παρτίδα σκάκι. Με γερμανίδα βασίλισσα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σε ρόλους αξιωματικών και πύργων υπέρμαχων του καπιταλισμού, με όποιο κόστος, με πιόνια τους Έλληνες βουλευτές. Οι προηγούμενες κινήσεις πριν το ματ επίσης γνωστές: Η ανεργία στο 1.000.000 με συνεχώς ανοδική πορεία, μισθοί, συντάξεις καθημερινώς μειώνονται με συνεχώς καθοδική πορεία, μια Βουλή που επιβλήθηκε, χωρίς την έγκριση του λαού που πράττει επίσης χωρίς την έγκριση του λαού, οι γνώστοι- ποτέ άγνωστοι γιατί πιο γνωστοί δε γίνεται- βάζουν φωτιές στην Αθήνα, ψεκάζουν με χημικά ανυπεράσπιστους πολίτες, ανάμεσα τους και θρυλικές φυσιογνωμίες με σημαντικότατες δράσεις στην ιστορία, απλός κόσμος που ξαφνικά καταλήγει να κοιμάται στα πεζοδρόμια ή να πηδάει από τα παράθυρα και μέσα σε όλο αυτό το κλίμα μια Γερμανία το ίδιο αδίστακτη όπως πάντοτε κάνει την κίνηση ματ.

Και εσύ είσαι απέξω από την παρτίδα ή μάλλον προσπαθείς να μπεις μέσα φίλε συμπολίτη όπως κι εγώ. Αλλά βλέπεις υπάρχουν και τα άλογα, οι λεγόμενοι υπερασπιστές της εξουσίας και μάλιστα έτσι είναι: Όχι, λάθος σου αν πίστευες ότι οι υπερασπιστές οφείλουν να στέκονται στο πλευρό του πολίτη και να υπερασπίζονται την ελευθερία του. Ο πολίτης δεν έχει βοήθεια.

Μια μέρα λοιπόν και αφού τα πιονάκια υποτάχθηκαν και υπάκουα εκτέλεσαν κάθε εντολή της ανωτέρας εξουσίας, ο αξιωματικός Σόιμπλε αρνείται να γίνουν εκλογές. Όχι, προσγειώσου  φίλε συμπολίτη στην πραγματικότητα. Η Αθήνα της δημοκρατίας που ήξερες δημιουργήθηκε σε αυτά τα χώματα που πατάς πριν κάτι αιώνες και την θάψαμε εδώ σε αυτούς τους καμένους δρόμους που δίνεις τις μάχες σου τα τελευταία χρόνια. Δεν αποφασίζεις εσύ. Σε αποφασίζουν. Και τώρα δεν είναι η περίοδος για ψήφους γιατί ούτε μανταλάκι δε θα πάρουν. Τώρα είναι η περίοδος της διαπραγμάτευσης. Με το γνωστό δημοκρατικό τρόπο: εγώ αποφασίζω, εσύ υπογράφεις. Έτσι λοιπόν η γερμανίδα βασίλισσα ξύπνησε μια μέρα με παραπάνω λιγούρα. Και σκέφτηκε, εφόσον είμαστε σε περίοδο διαπραγματεύσεων ας ζητήσω και ένα πιάτο παραπάνω βρε αδερφέ, χαμένο δε θα πάει. Κοίταξε το μενού καλά και είπε: επιλέγω σήμερα να παραγγείλω ήλιο, θάλασσα, πετρέλαιο, αέριο, νησάκια. Και τα πιονάκια απάντησαν: μάλιστα κυρία. Όχι, μην εκπλαγείς φίλε συμπολίτη αν κάτι χρόνια μετά δεις καμιά κιτρινο-μαυρο-κόκκινη σημαία να ανεμίζει δίπλα από το ναό που έκτισαν οι πρόγονοί σου για χάρη της θεάς Αθηνάς, τον Παρθενώνα. Άλλωστε, και ο Τρικούπης κάποια χρόνια πριν όταν είχε βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να ανακοινώσει το αλήσμονητο «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» είχε εκμυστηρευτεί στην αδερφή του «Εδώ αυτοί ήταν ικανοί να μας ζητήσουν να τους δώσουμε και την Ακρόπολη».

Και τα πιονάκια λοιπόν αφού σέρβιραν το ωραίο μενού, με ορεκτικά, κυρίως πιάτο και επιδόρπιο περίμεναν το μπουρμπουάρ. Σου λέει, εφόσον υπογράψαμε το νέο μνημόνιο, την σώσαμε την Ελλάδα! Αλλά έλα που ο ήλιος έκατσε βαρύς στη βασίλισσα και έβγαλε κοκκινίλες και ξυνότανε. Έλα, που έχουμε και κάτι νησάκια σε άγωνες γραμμές και τι να τα κάνεις άχρηστα μας είναι, σκέτη βραχονησίδα σου λέω αγοράσαμε. Μας κάνουν τους δύσκολους. Δεν ξέρουμε ακόμα λέει αν ο καιρός είναι καλός, αν αύριο έχει ανάδρομο Ερμή, αν θα έχει στεγνώσει το πεντικιούρ- πώς να το πιάσω το στυλό έτσι ή έτσι;- καταλαβαίνεις τη σοβαρότητα του προβλήματος, δεν εκταμιεύεται έτσι απλά μια δόση που ήδη έχεις υπογράψει. Μααα…σκέφτεσαι. Αφού το φάγαμε και το νέο μνημόνιο, τώρα τι; Μας κάνουν τους δύσκολους; Ναι μας κάνουν τους δύσκολους.

Όχι μόνο γιατί αυτή η πολεμόχαρη φυλή δε θα μάθει ποτέ ότι δε θα εξουσιάσει τον κόσμο όσους πολέμους και να κάνει, αλλά γιατί θέλουν να σε κάνουν να παρακαλάς φίλε συμπολίτη, να σκύψεις το κεφάλι και να λες και ευχαριστώ όταν θα σου έρθουν να σου προσφέρουν δουλειά και θα είσαι στο έλεος των 180 ευρώ,γιατί Βουλγαρία θέλουν να τους κάνουν τους μισθούς. Και ξέρεις και γιατί άλλο; Γιατί τον πόλεμο θα τον κερδίσουμε μόνοι μας,αλλά για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ. Θέλει τον ξεσηκωμό όλων μας. Θέλει γενναιότητα, θέλει θυσίες, θέλει θάρρος, θέλει πείσμα, θέλει επιμονή, θέλει υπομονή, θέλει τόλμη. Θέλει να είσαι 90 και να τρέχεις στις διαδηλώσεις, θέλει να πεθαίνεις για την αξιοπρέπειά σου, θέλει να πολεμάς για το μέλλον σου και το μέλλον των παιδιών σου. Θέλει την Ευρώπη, το λαό της με το μέρος σου. Θέλει τη συμπαράσταση όλης της γης. Για να διδάξει επιτέλους η ιστορία στον κόσμο ότι η Γερμανία θα είναι η μοναδική χώρα που θα φορτώνεται τόσους πολέμους στο διάβα της και να διδάξει και στους Γερμανούς ότι όσους πολέμους και να κάνουν, στο τέλος πάντα θα τους χάνουν.

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Πλαστελίνη


Οι καιροί είναι δύσκολοι. Η τετράγωνη λογική λέει πως η χρεοκοπία δεν αργεί να έρθει και πως όλος ο χρόνος που μας δίνεται είναι για να προλάβουν οι πλούσιοι να σώσουν τα λεφτάκια τους στα εξωτερικά. Άλλωστε, και το κούρεμα που μας επιμελήθηκαν πριν λίγο καιρό,δεν ήταν μια μορφή χρεοκοπίας; Μια αναποφάσιστη και βραδυκίνητη Ευρώπη μας έχει περικυκλώσει πιέζοντας να βγει από τη μύγα ξίγκι στο όνομα μιας ενωμένης και αλληλέγγυας Ευρώπης που μόνο οι παρωχημένοι κομμουνιστές και οι κουτοπόνηροι καπιταλιστές θα μπορούσαν να την πιστέψουν. Στην κορυφή της τριγωνικής πυραμίδας για τρίτη συνεχόμενη φορά η ίδια χώρα θα βαρύνει την ιστορία της με τρίτο παγκόσμιο πόλεμο παρουσιαζόμενη ύστερα από χρόνια ως μετανιωμένη και φιλάνθρωπη, μην αργώντας να εμπλουτίσει το βιογραφικό της και με τέταρτη κατάκτηση. Αδιαμόρφωτα σχήματα στοιχειώνουν το μυαλό των ανθρώπων γιατί τα απαραίτητα έχουν αποκτήσει πια ύφος αριστοκρατικό και οι φελλοί μοιάζουν αήττητοι, δε βυθίζονται με τίποτα. Οι παραλληλόγραμμες προσπάθειες των νέων να αποκτήσουν τα απαραίτητα εφόδια για να είναι ικανοί να σταθούν στα πόδια τους στην αυριανή κοινωνία, μοιάζουν με όμορφες κορνίζες κόπων ετών που μάλλον κόβουν τα πόδια του μέλλοντος ομορφαίνοντας τοίχους, παρά πυροδωτώντας αξία στους ανθρώπους που στηρίζεται το μέλλον. Ναι οι καιροί είναι δύσκολοι. Αλλά μη γίνεις μια εύπλαστη πλαστελίνη στα χέρια αδέξιων κομπάρσων.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Χειμερινός διάλογος


-          -Μού λείπει το καλοκαίρι.
-         - Και μένα, πάντα.
-         - Γιατί κρατάει τόσο λίγο;
-          -Γιατί είναι ωραίο.

Μια βόλτα στη θάλασσα. Να περπατήσουμε μαζί. Εκεί που ο αέρας δροσίζει, δεν κρυώνει. Εκεί που η αύρα της γεμίζει με καθαρό ουρανό το μέσα σου. Μού λείπει μια βόλτα στη θάλασσα μου. Σ αυτήν που ξέρω πόσα κύματα πέφτουν πάνω στους βράχους το λεπτό, σ’αυτήν που έχω μετρήσει νύχτες ατέλειωτες βαρκάρηδες να γατζώνουν μέσα της τα όνειρά τους και κάτι μέρες που ο ήλιος δεν την χόρταινε και την έκαιγε από τον έρωτά του παιδάκια να γελάνε και να παίζουν στους αφρούς της.

Μού λείπει η αίσθηση της πρώτης επαφής μας κάθε άνοιξη. Κάθε που αλλάζει ο καιρός και προμηνύουν τα αρώματα την άφιξη ενός ζεστού καλοκαιριού. Περιμένω με ανυπομονησία εκείνη την ημέρα. Το άγγιγμα των άκρων μου μαζί της, την αργή καταβύθιση του χειμώνα μου μέσα στα καθαγιασμένα νερά της, το λιώσιμο των πάγων αισθημάτων πάνω στο κρύσταλλο της. Πορεύομαι αργά εντός της. Θα ήταν ασέβεια να παραπονεθούν οι πέτρες ότι τους τάραξα την ηρεμία. Άλλωστε, προς το λυτρωμό βαδίζεις πάντα αργά. Λιτανικά. Ευλαβικά.

Ανάσες μακρόσυρτες να ηρεμήσει το χορό της η καρδιά. Ένα μικρό χαμόγελο πριν το αγκάλιασμα και ύστερα η αιωνιότητα. Είναι αυτά τα δευτερόλεπτα που ξεχνάς τα πάντα και αφήνεσαι στο ρεύμα, όπως αφήνεσαι και στη μοίρα αλλά δεν το ξέρεις. Κάθε σπιθαμή του κορμιού γεμίζει από εκείνη. Κι ύστερα γελάς. Όπως δεν έχεις γελάσει ποτέ άλλοτε. Γιατί ποτέ άλλοτε δεν καταδύθηκες τόσο παντοτινά σε οποιοδήποτε συναίσθημα, από φόβο ή δειλία- τι σημασία έχει; Και λυτρώνεσαι.

Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

Ενώσεις


60-59-58 Δευτερόλεπτα λείπεις. Χρόνια λύπης. Η απουσία. Είπες. Θα μου αφοσιωθείς σε κάτι ξεχασμένους χτύπους ρολογιού που μετρούν ανάποδα.

57-56-55 Σταματάω τη σκέψη. Ορίζω. Επιλέγω. Εκλέγω. Ξεχωρίζω. Και αυτοσυστήνομαι με το χαϊδευτικό μου όνομα: πάντα.

54-53-52 Πάντα από λίγο και από πολύ, από ύψος σε βάθος, από μήκος σε πλάτος, από εδώ και από εκεί, πάντα σε κάθε ακτίνα, σε κάθε συντεταγμένη, συστέλλομαι, αναιρούμαι και αναγεννιέμαι.

51-50-49-48-47 Ξέχασες να σταματάς. Η μνήμη έχει όριο. Δεν το βλέπεις; Κυκλικό και κόκκινο, έντονο και άτονο, προστατευτικό και καθοδηγητικό, δεν καταλάβαινες ποτέ τα όρια.

46-45-44    Ζάλη. Και θύμησες. Θύμησες πάλι: Όσα είχα ξεχάσει.

43-42-41-40 Χρώμα καινούργιου στα μαλλιά, στα μάτια ίδια φύση, παρατηρώ τη φύση και τα χρώματα, κρατάω το κίτρινο του χρυσάνθεμου και το κόκκινο της φωτιάς. Αποξηραίνω.

39-38-37-36 Ανασύρω. Κατάρτι σε βυθούς, ξεχασμένο καλοκαίρι, στο απέναντι νησί τη μορφή σου, μύθοι και δοξασίες, έλεγαν ανέπαφο πως έμεινε, το νησί, μα εγώ νόμιζα το κορμί σου.

35-34-33 Άμμος. Καίγομαι. Και καταρρέω. Με πιάνεις. Στυλοβάτης του ονείρου. Με περπατάς, με διψάς, με αναγνωρίζεις, με καταφεύγεις πίσω απ'το παλιό λιμάνι σε μια σπηλιά. Με εκθέτεις.

32-31-30 Στη μορφή ενός ήλιου. Σελήνη. Μερόνυχτα. Ανάσες και χρόνος. Σταμάτα να μετράς ανάποδα. Στο μηδέν σε χάνεις.

29-28-27 Ποτέ δε με άκουγες όταν σου μίλαγα. Και τώρα ακόμα μιλάς αλλά δε μ'ακούς. Ακούς και μιλάς, μιλάς αλλά όχι σε εμένα, ακούς, αλλά όχι εμένα. Στο μηδέν καίγεσαι. Χάνεις το παιγνίδι. Χάνεις εσένα. Αναδιαμορφώνεσαι. Λάσπη με λάσπη, θνητός με θνητό, γένεση με γένεση, με ακουμπάς και διαλύεσαι μέσα μου, σκορπίζεσαι και διασπείρεσαι, σε συλλέγω.

26-25-24-23 Προειδοποιώ και ανακοινώνω. Ρητορεύω και προμηνύω. Προοικονομώ και προφητεύω.

22-21-20 Αγνοείς. Και συμμετέχεις. Τρέχεις να με προλάβεις. Να διαλυθείς και να εξαϋλωθείς. Να ανήκεις.

19-18-17 Επιστρέφεις. Ξαναγυρνάς τη σκέψη στο αγκάλιασμα των δαχτύλων, αντίχειρας με αντίχειρα, όπως σκιά με σκιά, όπως σώμα με σώμα, όπως φως με νερό.

16-15-14 Εγώ δεν ανατρέπομαι. Δεν επανέρχομαι. Δεν επιστρέφω. 

13-12-11-10 Τελευταία ευκαιρία. Την αρπάζεις και συνεχίζεις. Απλό. Ελάχιστος κόπος, ελάχιστη προσπάθεια. Τελευταία ευκαιρία σε τιμή λογική. Αφήνεις τη σκέψη σου σε μένα και συνεχίζεις. Εγώ μπορώ να σκέφτομαι ανεπηρέαστη, εσύ όχι. Προλαβαίνεις, δεν προλαβαίνεις, πρέπει να βιαστείς. Βιάζεσαι, δεν εκλογικεύεις, δεν αναλύεις, δρας.

9-8-7 Πας. Με φτάνεις. Με πλησιάζεις. Με αντικρύζεις. Αποστρέφω το βλέμμα. Με κυνηγάς. Κάνω να σου ξεφύγω. Δεν είναι το μέρος αυτό για σένα. Επαναλαμβάνω. Εξακολουθείς.

6-5-4 Πριν έρθεις. Άκου μόνο αυτό. Τώρα που με έφτασες, που με αγκαλιάζεις δειλά, που το χέρι σου έχει απλώσει το δικό μου, σα σανίδα σωτηρίας, τώρα που βυθίζεσαι στη δίνη που ανάδειξα πριν τόσα χρόνια, τώρα που παραδίνεσαι ολότελα δικός μου στα συντρίμμια της σκέψης μου, τώρα που προσπέρασες όλα τα σχοινιά που θα σε έδεναν στον ήσυχο ήχο του ρολογιού, τώρα που πλέον δεν επιστρέφεις, δε δανείζεσαι, μόνο εξιδανικεύεσαι, τώρα να ξέρεις σε αγαπώ περισσότερο από ποτέ.

3-2-1 Έφτασες.
0 Είσαι δικός μου.


13/08/2011

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Amy

https://www.facebook.com/video/video.php?v=459139368230

Η φωνή σου και τίποτα άλλο. Το δωμάτιο και η φωνή σου. Το δωμάτιο γεμάτο απ’τη φώνη σου. Και τις σκέψεις μου. Ακούω κάθε συλλαβή σου, κάθε επιτονισμό σου, κάθε μελωδία ημίτονης νότας ποτισμένη απ’τη χροιά της μελαγχολίας σου. Κάθε μικρό φωνήεν, κάθε φθόγγος, κάθε ψέλλισμα, κάθε σημείο αναφοράς και στίξης, θαυμαστικό θα έβαζα σε κάθε πρότασή σου. Ο κόσμος άδειος. Μόνο εσύ και η φωνή σου και το σώμα μου και το δωμάτιο. 

Χορεύω στη φωνή σου, στη χροιά σου διπλώνομαι και ανοίγω διάπλατο το σώμα μου σε πιρουέτα σύζευξης του αίματος που κυλάει στη φωνή σου με το αίμα στο σώμα μου. Βαδίζω σε τεντωμένο σχοινί. Απαλές απολύξεις των καταλήξεων, βαραίνουν στο σήμερα. Περπατώ σιγά μην ξυπνήσω κάποιο κλειδί του σολ, μη χαλάσω την αρμονία της ερμηνείας, την ισορροπία της ασταθούς ζωής σου. Συγκεντρώνομαι στη φωνή σου και μόνο. Στον κόσμο σου, αυτόν που κρύβεις και παρουσιάζεις μόνο σαν με αφήνεις λίγο να αγγίξω τις χορδές σου. Απαλά με το πόδι μου σε αλιεύω απ’τα βάθη της θάλασσας και σε υψώνω στον αέρα, πυρώνει η πρόθεσή σου για παρακάλια κι εγώ χύνομαι στο δάπεδο, εξατμίζομαι σιγά απ’τη ζέστη και τον ιδρώτα του κορμιού μου, όσο εσύ δακρύζεις και ικετεύεις για ένα γυρισμό. Σε αγγίζω με το σώμα μου και σε διαπερνάω, όπως στοιχειώνει η φωνή σου όλες μου τις αισθήσεις, σε αφουγκράζομαι όσο κανένας και δίνω στον ήχο σου μια κίνηση με το χέρι μου, μικρή θα έλεγες, σχεδόν αμελητέα, αλλά εσύ την προσέχεις, γίνεται αισθητή, όπως αισθητή είναι η απώλεια. Σε αγγίζω με τη σκέψη μου και με διαπερνάς, με αιχμαλωτίζεις στον τρόπο σου, στη γωνία της αυτοκαταστροφής σου με κρατάς και μου εφιστάς την προσοχή σε κάποια νότα θλίψεως που σε κατακλύζει, σε κάποιο ημιτόνιο που συνοδεύω μαζί σου με μια απαλή κίνηση του κεφαλιού μου. Με αγγίζει ο κόσμος σου και η μελωδία της ζωής σου. 

Και δεν υπάρχει άλλος ήχος στο μυαλό μου, παρά μόνο η φωνή σου, που με συνοδεύει κάθε μέρα στην έκφραση των συναισθημάτων σου με το μοναδικό μέσο που διαθέτω για να σε εξαγνίσω: το σώμα μου. Συμπλέουμε. Για λεπτά μαζί. Και όλος ο κόσμος χάνεται στο τίποτα. Δεν υπάρχει κόσμος. Υπάρχει η φωνή σου και το σώμα μου και μια ικεσία που τελειώνουμε παρέα, εσύ σπαρακτικά, εγώ απλώς κοιτάζοντας. Για εκείνον τον ίδιο πενθούμε μαζί που φεύγει και μας εγκαταλείπει στο δωμάτιο μόνες, μαύρο το δωμάτιο, μαύρη η ζωή σου, μαύρο το μέλλον. Και έχω γυρίσει το κεφάλι για να βλέπω καλύτερα την ήττα μας και ώσπου να το ξαναφέρω στην αρχική του θέση, έχεις φύγει κι εσύ. Δε σε βλέπω. Χάνεσαι στο ορίζοντα. Δε βλέπω πώς χάνεσαι. Δε σε βλέπω να βαδίζεις μακριά, μού το ανακοινώνουν. Μού το ανακοινώνουν πως χάθηκες. Η φωνή σου και ο κόσμος. Ο κόσμος. Χωρίς τη φωνή σου. 

Για εκείνον που κλαίγαμε που μας άφησε για άλλη, για σένα που δε θα επιστρέψεις ξανά. Γυρίζω και πάλι το κεφάλι. Όπως το είχα πριν μάθω. Για να σε θυμάμαι καλύτερα καθώς σε βλέπω. Για να συμπλέουμε μαζί για πάντα σε εκείνες τις νότες σου που τραγουδάνε ακόμα στο μυαλό μου και που προσπάθησα με κάθε σημείο του σώματός μου να βαδίσω μαζί με τη φωνή σου. Όχι, όχι ευθεία. Δε θέλω να βλέπω την ευθεία. Όπως είχα γυρισμένο το κεφάλι και σε κοίταζα να μου τραγουδάς και να με εμπνέεις. Να ξυπνάς απ’το λήθαργο τις φλέβες στο κορμί μου και να με συμπαρασύρεις σε μια συνεύρεση του κόσμου σου με τον δικό μου. Όχι ευθεία. Θέλω να σε θυμάμαι σαν τη μοναδική φωνή που μου σιγοτραγουδάει τα βράδια στον ύπνο μου και ξυπνάει την κάθε αίσθηση μου για δημιουργία μιας μικρής ιστορίας που θα ζούμε για πάντα μαζί. Όχι ευθεία. Για μένα η ευθεία είναι back to black.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Ανοίκεια Σκέψη

Η πιο ανοίκεια σκέψη μου είσαι
κάθε φορά που σε επισκέπτομαι
λήθη μόνο
και κάτι ξεχασμένα φωνήεντα
που δεν πρόλαβα ποτέ να τα αρθρώσω.

Διστάζουν οι λέξεις στο πέρασμά σου
και κάθε βλέμμα μου κολλημένο πάνω σου
ακόμα κι αν είναι φορές που με αποστρέφεσαι
χαζεύοντας τον ήλιο.

Η πιο ανοίκεια σκέψη μου είσαι
γιατί η συνήθεια καίγεται στη λάμψη των ματιών σου
και δεν αποδέχομαι άλλους όρους
γι’αυτό το παιγνίδι μεταξύ μας
παρά μόνο αν είναι να χάσω.

Κι έχω αιχμαλωτίσει την ψυχή σου στο βυθό του ωκεανού μου
για να την πάρεις μόνο σαν επιστρέψεις στη θάλασσα μου νικητής.
Βλέπεις ανοίκειες σκέψεις το απομεσήμερο. Πού θάλασσες και πού βάθη;
Επιπλέουμε ακόμα
δεν καταφέραμε να βυθιστούμε στην αναγέννηση.

Κι ας πέρασαν νύχτες ασέληνες
και βροχερές ημέρες σε καλοκαιρινό φόντο
κι ας ήταν ο κόσμος αβάσταχτα μεγάλος μέσα στη μικρότητά του
εσύ
παρέμεινες πάντα η πιο ανοίκεια σκέψη μου.

Ίσως καλά τα λένε τα λόγια των ερώτων
ότι ποτέ δε συνηθίζεται ο έρωτας.
Μα τι περίμενες ποτέ
να γειωνόταν και να έσμιγε με χώμα έτσι εύκολα η αιθέρια ύπαρξη του συναισθήματος;