Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Θυμάμαι...

Θυμάμαι. Εκείνη την Κυριακή που σε γνώρισα την πρώτη αίσθηση που είχα όταν σε αντίκρισα, όταν σε κοιτούσα και σου αποκάλυπτα τον εαυτό μου, την έκπληξη στα μάτια σου, για τι άραγε ακόμα δεν έχω καταλάβει τι μπορεί να σου προκάλεσα, εγώ σε σένα, αστείο λοιπόν, μα κάπου θα υπάρχει ένα ψήγμα αλήθειας σ'αυτό, δε γίνεται δεν μπορεί η δική μου φαντασία να ξεπερνάει την πραγματικότητα, ποια είμαι εγώ να αμφισβητώ το χρόνο, τους δρόμους μας που δε χωρίστηκαν ποτέ και τις προσωρινές ανάπαυλες κυρίως για να επιβεβαιωθεί ότι τίποτα παράλληλο δε γίνεται να διαρκεί.

Θυμάμαι. Κάθε επαφή μαζί σου και κάθε άγγιγμα, κάθε κοίταγμα και κάθε συζήτηση, κάθε δευτερόλεπτο που χανόμουν στα μάτια σου και ταξίδευα μπροστά στο χρόνο, θα έπρεπε να έχει εφευρεθεί μια χρονομηχανή να μας μεταφέρει στη φαντασία του μέλλοντος εκεί θα έβλεπες μια ζωή γεμάτη ταξίδια και όνειρα, θάλασσες και λίμνες, έρωτες και τρυφερές πρωινές αγκαλιές από αυτές που μόνο εσύ ήξερες να με παίρνεις, που μόνο εσύ θέλησες τόσο πολύ να νιώθεις σα φάρμακο πριν σηκωθείς.

Θυμάμαι. Που περπατάγαμε στη χωμάτινη ανηφόρα μέσα στο απομεσήμερο του καλοκαιριού, με τον ήλιο να πυρώνει στα πόδια μας, η πέτρα και το θυμάρι να καίγονται και η αντηλιά με χτύπαγε τόσο έντονα στα μάτια που νομίζω μπέρδευα τα μάτια σου με τη θάλασσα και απέδρασα στα μακροβούτια της ψυχής σου γυμνή καθώς κολυμπούσαμε στην καταπράσινη θάλασσα που άλλαζε χρώμα από τα δέντρα που την περικύκλωναν, ακόμα δεν κατάλαβα η θάλασσα άλλαζε χρώμα ή τα μάτια σου όπως τα κοιτούσα καθώς τα έβαφε ο ήλιος;

Θυμάμαι. Το άγγιγμά σου στο σεντόνι μου ένα αξημέρωτο πρωί χαμένη κάπου στα όνειρά μου νόμιζα πως σε φαντάστηκα πάλι μέχρι που σε ένιωσα με τις αισθήσεις μου πως ήσουν εσύ, σαν σε όνειρο, βιάζομαι να φύγω μου είπες, κάτι υποχρεώσεις μου ψιθύρισες, ποτέ δεν κατάλαβα ποια υποχρέωση μπορεί να υπερβαίνει την επιθυμία του θανάτου.

Θυμάμαι. Τη φωνή σου όταν περιγράφεις αυτά που σ'αρέσουν κι αυτά που απωθείς, τις εκφράσεις σου όταν θες να πεις κάτι αστείο, το βλέμμα σου όταν σχολιάζεις από μέσα σου ό,τι ασυνήθιστο βλέπεις, τον ιδρώτα που προκαλεί πάντα η επαφή μαζί σου, την αγκαλιά σου που διαρκεί πάντα λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω από το συνηθισμένο, το να προσέχεις που σου ψιθύρισα φωνάζοντας μην τύχει και μου πάθεις κάτι και το δικό σου να προσέχεις λες και ήξερες πως δε θα ξαναβρεθούμε σύντομα.

Θυμάμαι. Τι χρονοβόρο ρήμα είναι αυτό; Για να θυμάσαι πάει να πει πως τέλειωσαν τα γεγονότα, πως ζεις μόνο με τις μνήμες, άρα δεν έχεις ζωή να ζεις. Θυμάμαι θα πει πεθαίνω.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Η ανηδονία του καλοκαιριού

Τις δούλεψα καλά τις λέξεις; Σε έκρυψα όπως έπρεπε πίσω από τη χαώδη σημασία τους; Μπόρεσες άραγε να διακρίνεις τον εαυτό σου ανάμεσά τους; Εγώ θα σου κλείσω το φως. Όχι για να σε αποπλανήσω, ποτέ για να σε αποπλανήσω, να έτσι για να κοιμάσαι ξέγνοιαστος, για να ταξιδεύει η ψυχή σου στους Αύγουστους των Επτανήσων κι άσε με μένα με το φως ανοιχτό, όσο χωράει δηλαδή να μπαίνει απ'το φεγγάρι, γιατί φως δεν άναψα ποτέ, μη και σε ξυπνήσω από την άγνοια σου.

Έτσι να σημειώνω στα οπισθόφυλλα των τετραδίων μου τις νύχτες το ποσό πολύ μου λείπεις τις μέρες, γιατί τις νύχτες σε έχω πάντα εδώ μαζί μου στα όνειρά μου κι αν καμιά φορά ξεχαστείς και δεν έρθεις, σου δίνω άλλοθι πως ήταν στενό το μονοπάτι, σκοτεινό και δυσδιάβατο και δεν ήθελες να λερώσεις τα πόδια σου στο χωμάτινο του υποσυνειδήτου, αλλά τις μέρες πώς να σε κρύψω και πού; Τόσος ήλιος με καίει το απομεσήμερο, τόση θάλασσα απλώνεται μπροστά μου, τόσος ουρανός να πεις και να μην ήθελες, δρόμοι υπάρχουν για να 'ρθεις, στο κέντρο βρίσκομαι όχι στις άκρες απροσπέλαστη κι όμως να εσύ δεν έρχεσαι κι εγώ πώς να σε κρύψω και πού; Πίσω από ποια δικαιολογία; Ποιο άλλοθι να βρω να με παρηγορήσω τώρα που το μονοπάτι πυρώνει κάτω απ'τον Αυγουστιάτικο ήλιο, τώρα που κολύμπησες και με βρεγμένα τα πόδια πια δε θα καίγεσαι; Πώς να σε κρύψω και πού; Να έρθεις.

Το μολύβι είναι η προέκταση της καρδιάς μου να θυμάσαι, μην ξεχαστείς ποτέ πίσω από τις λέξεις που δούλεψα για να μη σε διακρίνω ή μάλλον για να μη σε διακρίνεις εσύ, αλήθεια τώρα πες μου ακόμα δεν έχεις καταλάβει ή μήπως παίζεις κι εσύ με τις λέξεις; Κι αν είναι παιγνίδι όλο αυτό το κρυφτό θεέ- εσύ να χάνεσαι εξάπαντος κι εγώ ακροθιγώς να σε αναμένω- έτσι χωρίς καμιά βεβαιώση του μέλλοντος, κάνε τουλάχιστον να 'ναι μια ιδιοτροπία σου αυτή να παίζεις με τις λέξεις κι όχι με τα συναισθήματα.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Μέσα Ιουλίου

Δεν έχω λόγια να σου πω τι νιώθω για σένα. Αλήθεια δεν ξέρω πώς να στο περιγράψω. Τι είναι αυτό που με κάνει να σ’αγαπάω τόσο απελπισμένα πολύ. Θα μπορούσα να σου μιλάω για ώρες για το πόσο μ’αρέσει όταν κολυμπάμε μαζί στη θάλασσα, όταν σε νιώθω δίπλα μου, όταν σε βλέπω να χαμογελάς, όταν ξέρω πως δε με κοιτάς αλλά εγώ σε παρατηρώ σε κάθε σου κίνηση, όταν μπορώ να καταλάβω τι σκέφτεσαι όταν δεν εκφράζεσαι, όταν μπορώ να δω τους φόβους στα μάτια σου και την ακόμα επίμονη απόφασή σου να μη με εμπιστεύεσαι. Θα μπορούσα να σου μιλάω για ώρες, αλλά και πάλι δε θα μπορούσα να περιγράψω τι νιώθω για σένα. Γιατί ο έρωτάς μου για σένα δε σβήνει, γιατί φουντώνει η φλόγα όσο περνάει ο καιρός, γιατί μου είναι τόσο δύσκολο να σε ξεπεράσω, τόσο απεγνωσμένα δύσκολο να σε ξεχάσω και να προχωρήσω. 

Όχι ότι δεν το προσπάθησα, μη γελιόμαστε. Δε θα σου κρυφτώ. Αλήθειες σου λέω. Ναι το προσπάθησα. Να σου ξεφύγω. Να σε απαρνηθώ, να στρέψω αλλού το βλέμμα μου και την προσοχή μου να μη σε θυμάμαι, εσένα και το άρωμά σου που ακόμα υπάρχει στο σεντόνι μου, να μη σε γεύομαι σε κάθε ποτό που δεν πίνω, να μη σε μπερδεύω στο δρόμο με άλλους, αυτό είναι το χειρότερο, ο πιο δικός μου εφιάλτης να σε απαντώ στο δρόμο και ύστερα να βλέπω πως δεν είσαι εσύ. Βλέπεις και τώρα ακόμα δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι νιώθω για σένα. Ποια έλξη είναι αυτή που με κρατάει κοντά σου, με ποιον μαγεμένο τρόπο έχεις καταφέρει να μου τρυπάς το μυαλό, να κρατάς ανέπαφες τις συναντήσεις μας, να διαγράφεις αυτομάτως ό,τι αρνητικό υπάρχει, σα να μην υπήρξε ποτέ και να καταφέρνεις να δημιουργείς καινούργιες ιστορίες ή μήπως αυτές τις δημιουργώ εγώ. Αλήθεια δεν ξέρω. 

Ποτέ μου δεν κατάλαβα αν αυτή η αδυσώπητη επιβολή που έχεις στα πράγματα οφείλεται άραγε σε κάποια ενέργεια δικιά σου, κάποια μαγική σου δύναμη που το μυστικό της το ξέρεις μόνο εσύ ή σε μένα που αφήνω τα πράγματα να με διαπερνάνε ως και την τελευταία ακτίνα του ηλίου, που αφήνομαι ολοκληρωτικά και χωρίς ασπίδες προστασίας στην επαφή μαζί σου. Κάποιος κάποτε είπε πως κανένας έρωτας δεν έζησε στον κόσμο αν δεν τον ήθελαν και οι δύο. Αν δεν προσπάθησαν γι αυτόν και οι δύο. Όλοι οι άλλοι νεκροί. Όλοι οι άλλοι έρωτες νεκροί. Όσοι προσπάθησαν μόνοι τους. Καταλαβαίνεις τώρα; Καταλαβαίνεις γιατί πρέπει να μιλήσεις κι εσύ; 

Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Υλικά

Άδειο το τραπέζι μόνο εσύ κι εγώ να αναμετρηθούμε έχω αγοράσει όλα τα υλικά που χρειάζονται αυτή τη φορά δεν ξέχασα τίποτα ούτε να στάξω λίγη αγάπη παραπάνω να καταλάβεις επιτέλους τι είμαστε ούτε να φοβηθώ να σε δεχτώ ολόκληρο ούτε κι εσύ να με αρνηθείς πλάθω πλάθω συνέχεια ιστορίες γράφω για σένα και για εμάς για μένα ποτέ δεν είμαι εγώ η πρωταγωνίστρια σου είπα ή μάλλον εσύ το είπες ήξερες καλά τι ρόλο παίζεις στις ζωές των ανθρώπων δεν ξέρω για τους άλλους ανθρώπους δε θέλω να μάθω για τους άλλους ανθρώπους μη μου μιλάς για τους άλλους ανθρώπους εγώ ξέρω μόνο ότι πρέπει να συνεχίσω να σε πλάθω στα χέρια μου να σε νιώθω να διασπάσαι στα δάχτυλά μου αν τύχει κάποιο κομμάτι σου –απροσεξία δικιά μου- και πέσει με λεπτομέρεια και σαφήνεια θα το ξαναπάρω στα χέρια μου δε γίνεται να αποσυντίθεσαι έτσι πρέπει κάθε κομμάτι σου να υπάρχει εκεί ανέπαφο φτιάχνω παράλληλα τις γεύσεις που θα σε μαγέψουν ρίχνω λίγο μπαχάρι μόνο ίσα για τη γεύση δε θέλω να σε αποπλανήσω θέλω συνειδητά να ξέρεις πού κατευθυνόμαστε πια δε θέλω να είναι όνειρο που σκέφτηκες αλλά η πιο δικιά μας πραγματικότητα προσέχω πολύ τις λεπτομέρειες και τις δοσολογίες τι κουβέντες θα σου πω μη στάξει παραπάνω το λεμόνι και φύγει η γλύκα μέχρι πού με παίρνει να σε κοιτάζω όταν βρίσκονται και άλλοι στο δωμάτιο πόσο μπορώ να χαμογελάω χωρίς να μου χυθεί η μαγιά ακόμα την φτιάχνω με λεπτομέρεια προσέχω πολύ δεν αντέχεται άλλο λάθος τα υλικά τελειώνουν δε γίνεται να ξαναφτιάξεις κάτι από την αρχή όταν πλέον θα είναι χαλασμένο για πάντα πρόσεξα πολύ αυτή τη φορά τι υλικά να αγοράσω διάλεξα τα καλύτερα λόγια μου να σου αγοράσω τα πιο αληθινά αυτά που ποτέ δε θα μπορέσω να σου πω γι αυτό στα γράφω λες και η φωνή ξεχωρίζει τι είναι αληθινό και τι όχι διάλεξα με μεγάλη προσοχή να μη μαραθούν οι πράξεις μου να διατηρηθούν στο ψυγείο για να μπορέσω να τις χρησιμοποιήσω κι αύριο και όσο σε συνθέτω τόσο δεν καταλαβαίνω την κατασκευή σου δεν προσπαθώ να σε αναλύσω πια δε με ενδιαφέρει να μάθω τι είναι αυτό που σε κάνει τόσο διαφορετικό μου αρκεί που είσαι σε περιχύνω με μυρωδικά και αρώματα σε λούζω στο σεληνόφως αργά να ρέει το νερό ανάμεσα από τα ακροδάχτυλα να γλιστράνε τα συναισθήματα να τα νιώθω απαλά στα χέρια μου τα σημάδια από τα λόγια σου πια να μη με χτυπάνε στο στήθος οι λέξεις να σε ποτίσω κόκκινο κρασί δίπλα από τη θάλασσα να γεύομαι από τα χείλη σου πάντα έτσι δοκίμαζα τα πράγματα εγώ από τα χείλη σου για να είμαι σίγουρη ότι θα μ’αρέσουν λίγο λάδι χρειάζεται ακόμα θα βοηθήσει στο ψήσιμο μου έλεγαν οι παλιότεροι ακούω πάντα τους παλιότερους ξέρουν αυτοί από αγάπες κι από έρωτες και δίπλα από μένα στο τραπέζι υπάρχει ένα ρολόι να μου μετράει πόσο πρέπει να περιμένω όσο ετοιμάζεσαι να με υποδεχτείς θα ‘ναι σήμερα θα ‘ναι αύριο μόνο μην αργείς πολύ γιατί καίγονται οι καρδιές των ανθρώπων μετράει το ρολόι αντίστροφα και περιμένω υπομονετικά πού και πού κοιτάζω από το τζάμι να δω μήπως έρχεσαι αν είσαι έτοιμος ακόμα βλέπω πως πλησιάζεις αλλά δεν είσαι ακόμα έτοιμος βλέπω την όψη σου να αλλάζει να ενδύεσαι χαμόγελα αλλά περιμένω το σωστό χρόνο όχι όχι τώρα όχι ακόμα πρέπει πρώτα να είσαι σίγουρος να ξέρεις τι θέλεις να είσαι έτοιμος όταν θα βρεθούμε δε θέλω τα ημίμετρα ή ολοκληρωτικά δικός μου ή καθόλου δεν ανεβάζω τη φωτιά στη σωστή θερμοκρασία είσαι ίσα που σε ζεσταίνει η ανάσα μου δεν έρχομαι πιο κοντά από φόβο μη σε κάψω δεν απομακρύνομαι όμως περιμένω υπομονετικά να είσαι έτοιμος το ρολόι ακόμα χτυπάει αργοί οι χτύποι του αλλά εγώ είμαι εδώ δε σ αφήνω από τα μάτια μου ξέρω λίγο να αποστρέψεις το κεφάλι σου αλλού κι όλα χάνονται δεν είναι καιροί αυτοί για να μη δίνεις σημασία πρέπει να προσέχεις και να προστατεύεις ό,τι θεωρείς πολύτιμο δε σε χάνω από τα μάτια μου μη φοβάσαι μόλις θα είσαι έτοιμος θα το καταλάβω θα έρθω προσεκτικά εγώ να σε προϋπαντήσω μη βιάζεσαι θέλω να ξέρεις τι είσαι πρόθυμος να κάνεις και μετά και μετά ίσως δοκιμάσω επιτέλους από τη γεύση παραδείσου ίσως δω τελικά την αναμονή μου να άξιζε την προσπάθεια ίσως όλη αυτή η προετοιμασία να με ανταμείψει στο τέλος δεν έχω μυστικά αλήθεια δεν έχω στην είπα όλη τη συνταγή μου με λεπτομέρειες δεν έκρυψα τίποτα δεν απάντησα σ’όλα τα ερωτήματα μου λες μα είναι και δικιά μου αυτή η απορία δεν έχω απάντηση να δώσω ποτέ μου δεν κατάλαβα τελικά από τι υλικό είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι που ερωτευόμαστε;

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Το απροσδιόριστο

Και δύο άνθρωποι που έζησαν κάποτε μαζί και τώρα χώρισαν οι δρόμοι τους τι είναι άραγε; Φίλοι; Παλιοί εραστές; Το απροσδιόριστο. Κάποτε πίστευα στο απροσδιόριστο. Στο μη ορισμένο. Που δεν πιάνεις ούτε τη μια άκρη του νήματος, ούτε την άλλη. Που είσαι ακόμα στον αέναο κύκλο της περιστροφής. Μα για να είσαι φίλος με τον άλλον πάει να πει ότι ολοκληρωτικά τον ξεπέρασες. Αφού ακόμα πιστεύεις στο απροσδιόριστο λοιπόν, αφού ακόμα η κλίση σου δεν είναι σαφής, αφού ακόμα γυρνάς στους κύκλους σου χωρίς να έχεις επιλέξει στρατόπεδο, δεν είσαι φίλος, δεν είσαι στον κύκλο, δεν είσαι στο απροσδιόριστο. Όχι, όχι δεν πιστεύω πια στο απροσδιόριστο. Προσδιορισμένο είναι και σαφές: εν δυνάμει μαζί. Βγες απ'τον κύκλο σου. Στη γωνία σε περιμένω πάλι.



19/02/2015

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Η τελευταία μέρα του κόσμου

Τις μέρες και τις νύχτες κράτησέ τες εσύ. Μόνο δώσε σε μένα την τελευταία νύχτα του κόσμου, το τελευταίο φως, το τελευταίο ηλιοβασίλεμα για να το ζήσουμε μαζί. Θα σε πάω σε κατάλευκο νησί με εκκλησιές σε κάθε γωνιά του, να το σεργανίσουμε όλο, σε κάθε εκκλησιά να μπαίνουμε και να ανάβουμε ένα κερί- κι ας μην πιστεύουμε- έτσι, γιατί ο θεός μας γνώρισε σ'αυτή τη ζωή, δεν αξίζει κι αυτός το δώρο του; Κι ύστερα να κολυμπήσουμε στα ζεστά νερά του ωεκανού- το Ιόνιο με τις πρασινάδες το αγαπημένο σου- εξωτική ομορφιά έλεγες πάντα, σε ταξιδεύει αλλού- κι ας αγαπούσα πάντα την ξέρα του Αιγαίου περισσότερο-ερημικός άνθρωπος εγώ, την ερημιά θα αγαπούσα, την πέτρα, το θυμάρι, τον ήλιο που καίει το απομεσήμερο, εκείνα τα ξερόχορτα που μάταια υψώνονται δε θα πιάσουν ποτέ ουρανό. Τι έλεγα; Α ναι. Για το σεργιάνι μας. Θα περπατάμε σε όλα τα δρομάκια, τα στενά, σε κάθε γωνιά θα σταματάμε για φωτογραφίες, σε 1-2 βρισκόμαστε μαζί, καιρός να βγούμε κι άλλες, μην πάει το ταξίδι χαμένο, να το τάξουμε τάχα στην αιωνιότητα, να μας θυμούνται και μετά το θάνατό μας να λένε "να είδες; Αυτοί αγαπήθηκαν κάποτε τόσο που πέθαναν μαζί" κι έτσι θα το πιστέψουμε κι εμείς το ψέμα μας- θα πιστέψω κι εγώ πως μ'αγάπησες κι ας ξέρω...
Τις θάλασσες του κόσμου κράτησέ τες εσύ. Μόνο δώσε σε μένα την πιο γαλάζια και ζεστή θάλασσα να την κολυμπήσουμε μαζί. Σε πόσες και πόσες θάλασσες δεν κολυμπήσαμε εξάλλου; Παίζοντας πρώτα στις αμμουδιές λίγες ρακέτες, δεν ήξερες όταν σε πρωτοσυνάντησα, έμαθες μετά για να με εκπλήξεις, για να έχουμε πράγματα να κάνουμε οι δυό μας, να παθιαζόμαστε για τα πάντα, μέχρι και γι αυτό το αεικίνητο μπαλάκι που δε μας έπεφτε κάτω ποτέ, σου πέταγα εγώ την αγάπη μου κι εσύ μου την γυρνούσες πίσω δυνατά, έτρεχα εγώ μέσα στις θάλασσες, στα βότσαλα, υψωνόμουν και προσκύναγα για να την πιάσω ξανά και να στην ξαναπετάξω πίσω, κι όσο κι αν έλεγες εσύ πως δεν την ήθελες, σε έβλεπα- τι δε σε έβλεπα νομίζεις;- με τι κόπο πολέμαγες να μην την χάσεις; Και αυτές οι θάλασσες με σώματα γυμνά γιατί μας άρεσε πάντα να νιώθουμε το νερό λυτρωτή στα σωθικά μας, να μας εξαγνύζει αυτός ο δαίμων του νερού, να μη μένουνε οι αμαρτίες μου- που σ'αγάπησα τόσο και οι δικές σου αμαρτίες- που μ'απαρνήθηκες, ασυγχώρετες. Και να βουτάμε στα γαλανά νερά και να γελάμε σαν παδιά που για πρώτη φορά κατάλαβαν τον έρωτα. Να μη θέλουμε να βγούμε, γιατί ο χορός της θάλασσας είναι πάντα ενωτικός, στο νερό ξέρω πως δε θα σε χάσω ποτέ, δεν μπορείς να μου γλιστρήσεις, μόνο να εφάπτονται τα σώματά μας δέρμα με δέρμα, νερό με νερό, σταγόνα με σταγόνα, αλάτι με αλάτι, τα μάτια σου μπλε με το αιώνιο.
Τα δίκαια όλα κράτησέ τα εσύ. Μόνο δώσε σε μένα το δικαίωμα να σ'αγαπάω κι ας με διώχνεις κι ας με απορρίπτεις κι ας με παίζεις κι ας μη με εμπιστεύεσαι κι ας με αγνοείς. Το δικο μου δίκαιο ότι σ'αγάπησα χωρίς αύριο, χωρίς χθες, χωρίς καν σήμερα δε θα μου το πάρεις. Ούτε εσύ, ούτε κανένας. Γιατί τα βράδια που έλεγες όχι, τα πρωινά που με απέφευγες, τα λόγια σου τα ορισιτικά τελειωτικά (τάχα) εγώ έκανα πως δεν τα άκουσα κι ας με πονούσαν. Κι ας με τρυπούσαν στις φλέβες για να παγώσουν το αίμα μου, εγώ έμεινα εκεί. Πηνελόπη στους αιώνες- όχι για σένα Οδυσσέα μου- ποτέ για σένα- για μένα το έκανα. Για να δεθώ με το συναίσθημά μου, για να νιώθω ζωντανή, για να ευχαριστιέμαι το δικαίωμα του να προσφέρω χωρίς ανταλλάγματα, για να γίνοναι εγώ καλύτερη.
Τους έρωτες όλους κράτησέ τους εσύ. Όσους έζησες πριν από μένα και μετά από μένα, με ανώφελους ανθρώπους που όλοι με ζήλευαν πάντα- έλεγες ποτέ δεν κατάλαβες το γιατί- εκείνοι όμως ήξεραν. Τον άνθρωπο που τον κλείνεις απέξω κι όμως εκείνος σε περιμένει στο κεφαλόσκαλο είναι εχθρός που δεν μπορείς να τον παλέψεις. Ζώνεται με εκρηκτικά και περιμένει να τινάξει τον έρωτά σου στον αέρα. Την ευκαιρία ψάχνει και η υπομονή του είναι ο μεγαλύτερος του σύμμαχος. Αυτό που ποτέ κανείς δε θα μπορέσει να πολεμήσει. Γιατί ξέρουν ότι κανείς δε σ'αγάπησε όσο εγώ, γιατί κανείς δεν υπέμεινε όσο εγώ, γιατί κανείς δε σε δικαιολόγησε όσο εγώ, γιατί κανείς δε σε άντεξε όσο εγώ. Μόνο τον τελευταίο έρωτα κράτησέ τον για μένα. Να σου δείξω επιτέλους τι σημαίνει να είσαι ερωτευμένος, πραγματικά ερωτευμένος με κάποιον. Στο σημείο που κανένας και τίποτα δε θα μπορέσει να σε κάνει λιγότερο ερωτευμένο. Στο σημείο που το μηδέν συναντάει το άπειρο και οι τροχιές μας τρέχουν σε ευθείες συνεχιζόμενες γραμμές καθώς τέμνονται στο απόλυτο. Στο σημείο που σε κοιτάω στα μάτια σα να μην υπάρχει άλλος κόσμος παρά μόνο εσύ, λες κι όλος ο κόσμος κλείστηκε στα γαλανά σου μάτια κι εγώ τρέφομαι μόνο απ'την παρουσία σου. Στο σημείο που η ελευθερία μου κι η ελευθερία σου αλληλοκαλύπονται απ'την ανάγκη του να ζούμε μαζί, να αναπνέουμε μαζί, να ταξιδεύουμε μαζί, να τρώμε μαζί, να γελάμε μαζί.

Κράτα εσύ τον κόσμο όλο. Μόνο δώσε σε μένα τον εαυτό σου.


30/12/2014

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Παιγνίδι μας

Υποκύπτεις και απέχεις. Απομακρύνεσαι και λυτρώνεσαι θαρρείς, κρατάς τις αποστάσεις σου, δένεσαι εκ του ασφαλούς, αλλά εξακολουθητικά, ελέγχεις νομίζεις και χαίρεσαι να νικάς παιγνίδια. Επιμένω και υπομένω. Περιμένω τη στιγμή, κατασκοπεύω και συγκρατούμαι, δεν αναλώνομαι, δε διαμοιράζομαι, δεν επικοινωνώ. Δε σε επικοινωνώ. Ό,τι δε συζητάς γι αυτό είναι σα να μην υπάρχει. Αγνοώ την αίσθηση που μου προκαλείς, παραμερίζω και εξακολουθώ, δεν αναμετριέμαι με το βάθος σου, δεν αναλύω τις προθέσεις σου, δεν ψυχογραφώ τις αντιδράσεις σου, δε σε καταλαβαίνω, μα σε αντέχω. Έρχεσαι, φεύγεις, με δοκιμάζεις και συνεχίζεις, με θες από μακριά, μου παραδίνεσαι, χωρίς να με εμπιστεύεσαι, σε βυθίζεις, σε χάνεις, με φοβάσαι, οχυρώνεσαι, διατηρείσαι, δεν εφάπτεσαι, αναγεννιέσαι. Και ανακυκλώνεις. Και ανακυκλώνεσαι. 

Έρχεσαι, φεύγεις, με δοκιμάζεις και συνεχίζεις, με θες από μακριά, με θες από κοντά, μου παραδίνεσαι, δεν αντιστέκεσαι κι ας αντιστέκεσαι, χωρίς να με εμπιστεύεσαι, εκμυστηρεύεσαι, ρωτάς, με αναλύεις, αδιαφορείς, σε βυθίζεις, σε χάνεις, με φοβάσαι, οχυρώνεσαι, διατηρείσαι, εφάπτεσαι όταν δεν εφάπτεσαι, συγκρατείσαι και υπερπαρέχεσαι, αναγεννιέσαι. Δεν αναλύω και με κατηγορείς, δεν επανέρχομαι και με καταδικάζεις, δεν αγωνιώ και θυμώνεις, δεν επιστρέφω στα λάθη μου και εντυπωσιάζεσαι, δεν αυτοαναιρούμαι και καραδοκείς, δε συγκρατούμαι και δε διαχειρίζεσαι, δεν υπερπαρέχομαι και αφουγκράζεσαι, δε διασπώμαι και εμπιστεύεσαι, δεν αλλάζω και με καταλαβαίνεις. Συζητάς και απομακρύνεσαι, σε καλύπτεις πίσω από λόγια και αποστάσεις, σε δημιουργείς εκ του μηδενός, σε αλλάζεις στα φαινόμενα, σε διατηρείς στην ουσία, σε αποσυνθέτεις και σε επανασυνθέτω με ακρίβεια, σε αυτοαναιρείς και σε επιβεβαιώνω σε κάθε λέξη, σε περιορίζεις και σε διακρίνω, σε απομακρύνεις και σε αναμένω, σε παρέχεις και σε χειρίζομαι, σε στροβιλίζεις και σε αντέχω. 

Συνεχίζουμε;




15/07/2014

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Εξομολογήσεις

Θαυμάζω σε σένα το θάρρος σου.
Να στέκεσαι ακίνητος και να κοιτάς πάντα ψηλά, σα να κέρδισες κάτι, σα να σου ανήκει το σύμπαν ολόκληρο, ο ουρανός απόκτημα δικό σου, σαν το αδιευκρίνιστο του ύψους να είναι γη σου και πατρίδα. Κι αυτός ο κομπασμός του λόγου σου- θεέ- με πόσο μίσος ποδοπατάς τις φράσεις, τις λέξεις, τις συλλαβές και τα φωνήεντα όταν παρεκκλίνουν από την επιθυμία της στιγμής σου, λες και ο κόσμος τάχθηκε όλος υπέρ της δικής σου ικανοποίησης.

Θαυμάζω σε σένα την απόστασή σου.
Την ανελέητη αυτή απόσταση που αφήνεις ανάμεσα μας να περνάει ο χρόνος, λες και θα πρέπει να υπάρχει κάτι ανάμεσα, λες και τα σώματα δεν εφάπτονται το ένα κολλητά με το άλλο, λες και θες να γεμίσεις το συμπαγές συναίσθημά μου με αεροδιάλυτους συναισθηματισμούς παρελθόντος, που ξενίζουν και απομακρύνουν, θαρρείς πως το παρελθόν μεταξύ μας θα ξεγράψει το όποιο μέλλον, ξεχνώντας ότι η ιστορία δένει τους ανθρώπους, δεν τους απομάκρυνε ποτέ.

Θαυμάζω σε σένα την κυκλοθυμία σου.
Το πόσο εύκολα μετατρέπεις ένα σ’αγαπώ σου σε καθημερινή λέξη, λες και τα γράμματα που χρησιμοποιείς για να προφέρεις δεν έχουν στοιχειωθεί από το βάρος της αλήθειάς σου, λες και ξέρεις τελικά να προσπερνάς ανθρώπους- αν θα μπορούσες βέβαια να το ονομάσεις αυτό προσπέραση, ξεχνάς ότι για να περάσεις κάποιον πρέπει να τον βλέπεις να κινείται κι αυτός, αλλιώς τι σόι προσπέραση είναι αυτή στο ακίνητο; Μα μετακινείται ποτέ το άφθαρτο; Το αιώνιο; Μπορείς να μπεις μπροστά από τους στυλοβάτες ή μήπως πίσω τους, μπορείς αλήθεια να ηγηθείς ή να ακολουθήσεις ό,τι ριζώνει εδώ σταθερό και αμετάκλητο και σε αναμένει στους αιώνες να αλλάξεις πάλι τη γνώμη σου και να ξαναπροφέρεις το σ’αγαπώ σου σαν την πιο ιερή φράση του κόσμου;

Θαυμάζω σε σένα την υπομονή σου.

Ή μάλλον όχι. Δεν είναι υπομονή αυτό. Είναι άγνοια. Παντελής και εξ’ολοκλήρου καθηλωτική άγνοια της ευτυχίας που σε περιμένει να σου παραδωθεί άνευ όρων και ολοκληρωτικά, που εσύ για τους δικούς σου ανεξερεύνητους και ανεξήγητους λόγους καθυστερείς να βιώσεις, ίσως γιατί το δικαίωμα στην ευτυχία το έχουν λίγοι- θυμάμαι μου είπες- και θεώρησες τάχα τον εαυτό σου κομμάτι κάποιας μοιραίας συμφοράς. Έλα, ντύσου, φόρεσε το γαλανό σου χαμόγελο, ενδύσου τη σκέψη μου που σ’ακολουθεί παντού, διώξε από πάνω σου το θάρρος, την απόσταση, την κυκλοθυμία, την υποταγή στο μοιραίο και γίνε σάρκα στο αίμα μου, χαρά στη λύπη μου, θαύμα στη μοίρα μου και απόλαυσε αυτή τη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά μας αστείρευτη να την κολυμπήσουμε μαζί μέχρι το τέλος.

Βλέπεις η υπομονή μου είναι αυτό που θαυμάζω σε μένα.





16/06/2014

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Κοινές ζωές

Κοίταζες απ’το τζάμι έξω θυμάμαι. Τη θάλασσα ή κάποιο περαστικό πουλί γι αλλού. Τα καράβια που χάνονται στο βάθος του ορίζοντα.
Περνάς καλά μαζί μου, θυμάμαι σ’είχα ρωτήσει. Δε θυμάμαι τι μου απάντησες. Πάνε χρόνια από εκείνη την καλοκαιριάτικη ημέρα που τα μάτια σου ενωθήκανε με το μπλε της θάλασσας σε ένα μαγευτικό πίνακα ζωγραφιάς που αναγέννησαν αλλοτινοί μελλοντικοί σου έρωτες και λησμόνησες πως πρώτη εγώ το είχα θαυμάσει επάνω σου.
Γέλασες σαν σου το ξαναθύμησα. Όπως γελάς πάντα όταν βρισκόμαστε, πάντα με δική σου πρωτοβουλία, σαν να μην έχουν άλλοι δικαίωμα στην παρουσία σου. Κι ο χρόνος που αφήνεις να μεσολαβεί ανάμεσά μας μετριέται πάντα σε αιώνες, ένας αιώνας βδομάδας, ένας αιώνας μήνας, ένας αιώνιος χρόνος.
Πόσο διαφορετικές άραγε γίνονται οι σιωπές σου όταν είμαστε μαζί και πόσο διαφορετικές όταν δεν είμαστε;  Λες και η απόσταση σε ανδριώνει, σε κάνει γενναίο, πολεμιστή, λες κι η απόσταση είναι η ασπίδα που σε προστατεύει απ’την αγάπη μου, τι είδους προστασία μπορεί να είναι αυτή, αντί να βουτήξεις μέσα της και να λυτρωθείς εξ’άπαντος, σε μια εκ βαθέων αναγέννηση, εσύ να περιορίζεσαι, να υποδουλώνεσαι, να επιβάλλεσαι στο λίγο σου, σα να μην έχεις μερίδιο στη χαρά.
Θυμάμαι να κλείνεις την πόρτα πίσω σου και να με αφήνεις απέξω. Λες και δεν ξέρουμε πως υπάρχουν και τα παράθυρα, λες και δεν έχουμε την υπομονή απέξω να ονειρευτούμε τα μάτια σου σαν θα ανοίξεις την πόρτα σου ξανά. Γιατί θα την ξανανοίξεις. Όπως άνοιξες και την αγκαλιά σου να δεχτείς το παρελθόν σου, το κομμάτι εκείνο που αρνήθηκες, το μέρος εκείνο του μυαλού σου που πάντα έπαιρνα θέση, το κομμάτι εκείνο της καρδιάς σου που προόριζες πάντα για μένα, το σεβασμό στην υπομονή μου που κατάλαβες – μετά από τόσα – ότι όσες πόρτες και να κλείσεις για να δώσεις την ευκαιρία στην εμπιστοσύνη σου να αναπλαθεί, ο άνθρωπος αυτός θα σε περιμένει πάντα στο κατώφλι για μια βόλτα που θα διαρκεί πάντα λίγο παραπάνω, ένα χάδι που θα είναι πάντα λίγο διαφορετικό, ένα φιλί που θα είναι πάντα αυτό που περίμενες, μια ζωή που θα είναι πάντα κοινή.





25/05/2014

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Υπόκειμαι

Υποψιάζομαι απουσίες, καθώς υποδέχομαι την άνοιξη. Κάποιος υποστήριξε κάποτε ότι την άνοιξη δεν την υπομένεις μόνος. Υπαινίσσεται το τοπίο κάτι που υπάρχει και δεν υπάρχει και υποφέρω και μόνο στη σκέψη της υπόνοιας της παντελούς απουσίας που υφέρπει το ξημέρωμά μου και τη νύχτα μου.  Δεν υπολόγισα σωστά καθώς υπαινίσσονται τα φαινόμενα, τις προθέσεις και τους στόχους σου, τα βέλη σου που πάντα υποδέχονταν το ένα το άλλο κατευθείαν στην καρδιά μου, δεν υπολόγισες κι εσύ το αίμα στο οποίο υπέβαλες τη μοίρα μου, υποτονικά να υπηρετεί κάθε σου όνειρο και ελπίδα και να υπομένει το ζυγό της σκοτεινής αδιαφορίας σου, της κυκλοθυμίας σου που μαζί με τους καιρούς, δεν υπολόγισε ούτε τα δικά μου συναισθήματα. Όσα υποσχέθηκες τις νύχτες, όσα υπαινίχθηκες τις μέρες, όσα υπηρέτησα με το αίμα μου, όσα δεν υποχώρησαν ακόμα κι όταν τα φαινόμενα υποδείκνυαν εμένα, δεν υπέπεσαν ποτέ στην αντίληψή μου ως το υποφαινόμενο τέλος που δεν υπολόγισα ποτέ να υπάρξει. Καρτερικά υπέμεινα τις αλλαγές και τα ξεχάσματά σου, υπόλογη ακόμα και στα σωστά δικά μου, υποτελής στις ορέξεις σου, υποταγμένη για μια ακόμα φορά στο τίποτα που ιδιοτελώς υπονόησα για αγάπη. Κι όλα αυτά τα υπό που υποθέτω δεν υποκαθίστανται ξανά, να υπολογίσεις πως κάποια μέρα θα υπερτερήσουν των όσων άλλων έζησες και θα υποταχθούμε ξανά μαζί στο αιώνιο που τόσο βαθιά και παρακλητικά υποσχεθήκαμε ο ένας στον άλλον.





29/03/2014 

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Αναμνήσεις

Αλλιώτικος καιρός. Καλοκαιρινός και μεθυστικός. Ο πολυπόθητος χαμένος ήλιος μάς επισκέπεται ξανά και μάς σκεπάζει τα ήσυχα μεσημέρια με πέπλο αόρατου φωτός και ζεστού ύπνου. Λουσμένο σε ήλιο σε πρωτοαντίκρυσα θυμάμαι, να ενδύεσαι ένα καλοκαιριάτικο ύφασμα, κρύβοντας απ'τα λάγνα μάτια μου τους σκληρούς γυμνασμένους σου μυώνες, που η αρμύρα τούς είχε σκεπάσει μια αλλιώτικη γεύση ναυαγίου και ο ήλιος τούς είχε κάψει ανεπαίσθητα και είχε ξανθύνει το λεπτό αντρικό σου στέρνο που τόσες νύχτες ένιωσα μέσα του, την καρδιά σου να χτυπάει γρηγορότερα, πάνω στο στήθος μου.Και ύστερα τα βαθιά γαλάζια μάτια σου σαν υδάτινη αποκάλυψη θαύματος άνοιγαν για να αντικρίσουν το χαμόγελο που μόνο εσύ ήξερες να φέρνεις στα χείλη μου.


Τα βράδια γυρνούσαμε αγκαλιασμένοι και λουσμένοι από έρωτα, κρατούσες την καρδιά μου και στα χέρια μου χτυπούσαν οι φλέβες στο ρυθμό του έρωτά σου. Θυμάμαι εκείνη την πανσέληνη νυχτιά στην ακρογιαλιά του Άη-Γιάννη που με κοίταξες κατάματα λίγο προτού με φιλήσεις ξανά στα μάτια, για να βεβαιωθείς πως ασφαλίστηκαν σ'αυτά όλες οι αναμνήσεις μου μαζί σου. Πώς θα γινόταν να ξεχάσω έστω και μισό δευτερόλεπτο που έζησα δίπλα σου, πλάι σου, μέσα σου;

Σε εκείνο το βράχο δίπλα στη θάλασσα μας, μυρίζω ακόμα το ιώδιο και το άρωμά σου. Γλυκιές αναμνήσεις, ονειρεμένες μυρωδιές που πάντα δυσκολευόμουν να ξεχωρίσω, ίσως γιατί είσαι κι εσύ ένα κομμάτι της θάλασσας, το πιο αλμυρό ίσως και το πιο υδάτινο γιατί πάντα ξεγλυστράς σα σταγόνα απ'τα χέρια μου όταν προσπαθώ να απλώσω μέσα σου τα δάχτυλά μου για να σε νιώσει η κάθε αίσθησή μου πιο κοντά.





27/03/2011

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Καινός

Και είπεν ο Θεός, σάρκα από τη σάρκα μου, αίμα απ’το αίμα μου. Και ήπιαν οι θνητοί το αθάνατο νερό της αιωνιότητας. Και ερωτεύτηκαν τον Παράδεισο με τις όμορφες κοπέλες, τα λουλούδια που ανθίζουν στην αιώνια άνοιξη, το μεθυστικό κρασί που παρέσυρε τους Ρωμαίους και εσένα που η σάρκα σου απ’τη σάρκα μου και το αίμα σου απ’το αίμα μου κυλάει ακόμα στις φλέβες. 

Και είπεν άλλοτε σε άλλες γραφές για την εικόνα και ομοίωση της θέωσης, μα τι μπορούν οι γραφές καλύτερα να σου πουν απ’τις εικόνες και τις ομοιώσεις των γυναικών αυτών που στα μάτια τους περιγράφηκε ο Παράδεισος όταν ενώθηκαν με τη σάρκα σου και το αίμα σου;

Και είπεν ο Κύριος των Ουρανών για το μεγάλο ύπνο που σαν κοιμηθείς λυτρώνεσαι και κατανυχτικά βαδίζεις προς την αιωνιότητα, ευλαβικά, στο χέρι κρατώντας λίγο έλαιο και άρτο, κρασί και χώμα, γιατί τα πεπερασμένα και τα εφήμερα στον κάτω κόσμο μάθαμε πως πρέπει να τα γλεντάς.

Και είπεν ότι αυτή εστί η βασιλεία των Ουρανών και έδωσαν οι ουρανοί ποτάμια δακρύων, χειμάρρους χαράς, θάλασσες συναισθημάτων αξέπλυντων, στιγματισμένων βαθιά στο δέρμα του ανθρώπου, παίρνεις μαζί τα γήινα που σε σημάδεψαν στο δέρμα το θνητό, σάρκα από τη σάρκα μου και όπως κυλάνε οι ουρανοί τα δάκρυά τους στα ίδια ποτάμια λούζεσαι για τελευταία φορά και πρώτη με αίμα απ’το αίμα μου.




                                                

14/11/2013

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Η λέξη

Ποιες λέξεις μπορούν τώρα να σε περιγράψουν; Ποιες σύντομες λέξεις; Ποια ζωή; Από ποια ταχεία περιγραφή να περάσω τη ζωή σου που έδωσε το αίμα της για να μεγαλώσω και να σου κρατάω σφιχτά το χέρι; Ποια λέξη μπορεί να σημαίνει όλα αυτά που περάσαμε μαζί; Ποια λέξη να πω τώρα, που απ’τα χείλη μου έσβησε μια για πάντα τη λέξη που σε προσφωνούσα πάντα, λέξη που έκλεινε μέσα της όση αγάπη μου πρόσφερες απλόχερα όταν με πήρες απ’το χέρι μικρό παιδί για να με πας στο σχολείο και με συμβούλευες να μη μιλάω σε αγνώστους και δε με άφηνες ποτέ μόνη στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, ακόμα και τα 2 στενά που μας χώριζαν ήθελες να τα περπατήσουμε μαζί, φοβόσουν μήπως το μόνο σου εγγόνι πάθει κάτι στο δρόμο, μήπως και οι φόβοι σου επαληθευτούν, φόβοι υψωμένοι εις το διπλάσσιο, επιβεβαιώνοντας την παροιμία «του παιδιού μου, το παιδί...».

Κι ύστερα είναι και οι περιπέτειες του φαγητού. Σαν μου έφτιαχνες 10 φαγητά τη μέρα, μήπως και δε μ’άρεσε κάποιο και με κυνήγαγες με το πιρούνι να φάω, μια μπουκιά για τη μαμά έλεγες, μια για τον παππού, μια και για σένα που μ’αγαπάς. Και τα Χριστούγεννα; Και οι Πρωτοχρονιές; Όλες στολισμένες απ’τα γεύματα που πρόσφερες απλόχερα στον κάθε ένα, το βασίλειό σου το νοικοκυριό και η περιποίηση των άλλων, πάντα οι άλλοι πρώτα, πάνω απ’όλα, κάθε τι παραπάνω να εξυπηρετηθεί, να περιποιηθεί όπως του αξίζει, να ξεκουραστεί κι ας κουραζόσουν τόσο εσύ. Κάθε 1η του χρόνου που κόβαμε τη βασιλόπιτα, κάθε χαρά μου που το φλουρί τύχαινε πάντα σε μένα, θες 5, θες 10, θες 15 χρόνια τέτοια τύχη να έρχεται σε μένα το φλουρί, μόνο εσύ θα μπορούσες να το κάνεις!

Και έπειτα τα χρόνια περνούσαν ώσπου συναντήσαμε πρώτη φορά το θάνατο, το θάνατο εκείνο που σε βύθισε,που σε κράτησε μακριά απ’τον κόσμο, απ’τον εαυτό σου. Τα χρόνια που πέρασαν και μας έδεσαν κι άλλο μαζί, εγώ να κοιμάμαι στο διπλανό σου δωμάτιο, να σου κρατάω παρέα, να ξυπνάμε μαζί και να κοιμόμαστε μαζί, να σου λέω να μου χαμηλώσεις λίγο την τηλεόραση για να μπορώ να κοιμηθώ κι εσύ να την σιωπάς για χάρη μου και να την παρακολουθείς στο αθόρυβο, στο αμίλητο, ίσα ίσα να βλέπεις τις εικόνες να αλλάζουν όσο σιδέρωνες τα ρούχα μου μπροστά της.

Θα ήταν τότε που τέλειωσα το πανεπιστήμιο και σου αφιέρωσα το πτυχίο μου με δάκρυα στα μάτια και εσύ χαμογέλασες και ύψωσες το ποτήρι σου με το κρασί και με φίλησες γεμάτη από χαρά. Κι αν δε σου άξιζε εσένα αυτό το πτυχίο; Εσένα που κάθε φορά που ερχόμουν να δώσω μάθημα μου ευχόσουν να τα γράψω όλα τέλεια «να τα βλέπεις σαν να έχεις μπροστά σου το βιβλίο» μου έλεγες, κι εγώ κάθε φορά που αρίστευα για να σε ευχαριστήσω, να με αγκαλιάζεις, να με φιλάς και να μου δωρίζεις τον κόσμο. Σε κάθε επιτυχία μου έσπευα να στην ανακοινώσω πρώτη, άλλωστε απ’ του παιδιού σου το παιδί οι επιτυχίες μετριούνται πάντα διπλές και η χαρά είναι πάντοτε διπλή.

Και τα χρόνια πέρασαν κι εσύ βυθιζόσουν κι άλλο στον κόσμο, στον κόσμο που δεν κατάφερα εξαρχής να καταλάβω, να προλάβω, να σώσω, να περισώσω έστω ό,τι μπορούσα. Και η μοίρα με έστειλε στην Αγγλία και εσένα στους έμμονους φόβους σου ότι το παιδί κάτι έπαθε, κάτι του συμβαίνει, λες και το σύμπαν σου ολόκληρο τριγύριζε μόνο γύρω απ’τη δική μου έννοια. Και ο χρόνος πέρασε και όταν γύρισα να σε αντικρίσω, κατάλαβα. Κατάλαβα πως έπρεπε να τρέξω, να προλάβω, να σώσω, να περισώσω έστω ό,τι μπορούσα. Άρχισα να διαβάζω μανιωδώς, να ψάχνω, να βρίσκω λύσεις, να έρχομαι σε επαφές. Σου ανακοίνωσα πως για σένα θα ξεκινήσω καινούργιες σπουδές, θα τις αφιερώσω όλες σε σένα και το έκανα. Ερχόμουν κάθε φορά να σου πω τα νέα μου και κάθε φορά τα άκουγες σαν να ήταν η 1η φορά και κάθε φορά χαιρόσουν σαν να ήταν η 1η φορά. Και τα χρόνια πέρασαν κι εγώ τελικά κατάλαβα, βρήκα τον τρόπο, βρήκα τη λύση, όχι να σε σώσω, αλλά να περισώσω έστω ό,τι μπορούσα, μα δεν πρόλαβα. Ό,τι ήταν να γίνει έγινε πριν προλάβω. Είδα. Κατάλαβα. Μα δεν πρόλαβα. Κι εσύ βυθισμένη στον εαυτό σου, κάθε φορά που σε ρωτούσα να μου πεις για τα παιδιά σου, έλεγες το δικό μου όνομα, το δικό μου όνομα για παιδί σου, γιατί του παιδιού σου το παιδί...

Και τα μάτια έκλεισαν. Ταξίδεψε η ψυχή σου. Ηρέμησε. Γαλήνεψε, ένα όμορφο ηλιόλουστο απόγευμα του Σεπτέμβρη, την ώρα που εγώ και το παιδί σου γαληνεύαμε μαζί, ήρθες κι εσύ, να ξεκουραστείς μαζί μας. Ήρθες να μας βρεις την ώρα που ηρεμούσαμε κι εμείς, να ηρεμήσεις την ψυχή σου δίπλα μας και δίπλα στη θάλασσα, που σε πήρε, που μας παίρνει όλους,που θα μας ταξίδεψει μια μέρα και θα βρεθούμε και θα ‘ναι όλα όπως όταν ήμουν μικρό παιδί,που απ’το χέρι με κράταγες για να με πας στο σχολείο, που μου μαγείρευες του κόσμου τα φαγητά και που κάθε χρόνο τύχαινες σε εμένα το φλουρί για να χαρώ. Ποια λέξη να σε περιγράψει όταν έσβησε απ’τα χείλη μου το όνομα σου, γιαγιά;


24-09-2013

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Άνθρωποι

Με ρωτάς γιατί. Γιατί απλώνω το χέρι στο χώμα. Γιατί το αφήνω να περάσει μέσα απ’τις παλάμες μου, τα ακροδάχτυλά μου, το νερό. Γιατί τον κρατάω τον αέρα στη χούφτα μου και τον ανασαίνω τα βράδια με λυγμούς και με ζεστές αγκαλιές παρηγοριάς- λόγια ανέφικτα μπορεί, μα που θα φέρουν ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη. 

Με ρωτάς γιατί. Γιατί προσφέρω γιασεμιά σε κήπους που μαράθηκαν, γιατί δε στρέφω το βλέμμα μου αλλού, στους καθρέφτες του κόσμου που έχτισαν για να αυτοθαυμάζονται οι εγωισμοί και να ξεχνιούνται οι προθέσεις. 

Με ρωτάς γιατί. Γιατί θα περάσει έστω και σε λεπτά λιγοστά η σκέψη του χαμένου παραδείσου, η αγωνία της επανάκτησής του, η λαχτάρα για να συμβάλλει η ύπαρξή μου σα στυλοβάτης στα όνειρα που μισογκρεμίστηκαν και χάλασαν. 

Με ρωτάς γιατί. Γιατί ενώ πέρασα απ’τον ωκεανό ξαναγυρίζω. Γιατί ενώ με ξέβρασε η θάλασσα, θέλω να επιστρέψω μες τη φουρτούνα της. Γιατί ενώ σώθηκα απ’του ήλιου το κάψιμο δε βυθίζω το κεφάλι μου στο βυθό της μοναξιάς μου. Γιατί όσο και αν φουντώνει ο αέρας της απάθειας, τα μαλλιά μου δεν κουνιούνται στους ρυθμούς του. Γιατί δεν αγνοώ, δεν περιφρονώ, δεν καταδικάζω στη μοίρα τα χέρια που μου απλώνονται για να σωθούν απ’τις αντάρες. Ίσως γιατί ξέρω ότι ο άνθρωπος είναι απλώς ένα ζώο. Ένα ζώο που μπορεί να κοιτάζει ουρανό, αλλά πατάει στις λάσπες. Κι αυτές τις λάσπες χρειάζεται πολύ νερό για να ξεπλυθούν.




14/09/2013

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Καλοκαίρια

Με ρωτάς γιατί μ'αρέσει το καλοκαίρι.
Γιατί το καλοκαίρι κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί μ'αρέσει να μυρίζω τα λουλούδια και να χαϊδεύω το χώμα.
Γιατί η ζωή είναι όπως το χώμα, όσο την κρατάς σε λερώνει και χρειάζεσαι το νερό της θάλασσας για να ξεπλυθείς, όσο περισσότερο συνδέεσαι μαζί της τόσο πιο εύκολα προσαρμόζεις το άγγιγμά σου στο θνητό που θα σε πιει, γιατί η ζωή κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί μ'αρέσει να γεύομαι την αλμύρα της θάλασσας απ'τα χείλη σου.
Γιατί το όνομά μου στα επιτονισμένα χείλη σου έχει μια γεύση αλμύρας και ένα τονό χαράς, θαρρείς πως χορεύουν οι συλλαβές στο πέρασμά τους, αλήθεια εκείνη τη σταγόνα νερού θέλω να την γευτώ απ'τα χείλη σου γιατί η αλμύρα του ονόματός μου κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί τα δειλινά μελαγχολώ γλυκά και βυθίζω το κορμί μου στη θάλασσα μέχει να δω τον ήλιο σου να δύει.
Γιατί το βύθισμά του ήλιου σου μες τη θάλασσά μου, όσο κρατάει το φιλί σου στα χείλη μου, όσο μου παραδίνεσαι πριν μου κρυφτείς και πάλι, όσο φως μου προσφέρεις για να με κάνεις να ξεχάσω τα λάθη μου κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί τις νύχτες ξαπλώνω το κορμί μου στα βότσαλα και κοιτάω τ'αστέρια.
Γιατί ο ουρανός που μας χαρίστηκε όσο απέραντο τον βλέπουν τα μάτια σου, όταν τον αντικρίζεις με τα αστέρια του κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί το λευκό μου φόρεμα το κρατάω μόνο για σένα.
Γιατί το λευκό στον κόσμο τούτο κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί μ'αρέσει η σιωπή το ξημέρωμα.
Γιατί η σιωπή σου διαβάζεται με μάτια κλειστά και ο ήχος της φωνής σου μπερδεύεται με τον αέρα του καλοκαιριού, δε θυμάμαι αν άκουσα καλά τα λόγια σου, νομίζω μου είπες μ'αγαπάς καθώς ανέτελε ο ήλιος, συγχώρεσέ με σου ψιθυρίζω που μετέφρασα την επιθυμία μου για δική σου, αλλά η σιωπή στον κόσμο τούτο κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί το φθινόπωρο δε θέλω να ζω.
Γιατί για όλους εμάς που έχουμε ζήσει το σκοτάδι, δεν αντέχουμε ούτε το μικρό σύννεφο που θα σκεπάσει τον ήλιο μας, σου απαντώ.

07/07/2013

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Εν τάχει

Ο δρόμος του γυρισμού ήταν άραγε τόσο μακρύς που έπρεπε να τον διασχίσεις μοναχός σου; Πέρασες από διάβατους δρόμους, άσφαλτα συναισθήματα ή μήπως λερώθηκαν τα παπούτσια σου με το κόκκινο της χωμάτινης συνείδησης; Όσα παρέλειψες να ζήσεις μαζί μου σε ποιο τρένο που δε θα ανέβουμε μου ζητάς να σου πω εν τάχει;


Λέγεται ποτέ η ζωή περιληπτικά, μπορείς να συμπτύξεις το λάγνο συναίσθημα, το δέσιμο των δαχτύλων, τα άστρα από όπου έπεσα κρυφά για να κάνω το χατήρι στην ευχή μου, μπορείς να συμπτύξεις το μόχθο στα εργοστάσια της λήθης που δούλευαν μέρα-νύχτα, αδιάκοπα, για να περάσει στη σφαίρα της ανυπαρξίας το πολυπόθητο όνομά σου;


Δε λέγονται καλέ μου στο πόδι όσα έδωσαν αίμα στο σώμα σου να ζήσει, δεν περιλαμβάνονται στα "γρήγορα", όσα βασανιστικά αργά πέρασαν από πάνω σου αφήνοντας τη σφραγίδα τους αποτύπωμα στο θνητό όνομά σου. Μη μου ζητάς λοιπόν να σου διηγηθώ περιληπτικώς, συνοπτικώς και εν τάχει την ιστορία μου που δεν έζησες. Πες πως μέχρι να ξαναρθείς εγώ ήμουν νεκρή.


Μάιος 2013

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Με φόρα αντίθετα


Με φορά αντίθετη. Αυτό ήθελα να γλιτώσω. Κατάλαβες; Τη λάθος διαδρομή που πήρες. Και δε θυμήθηκες να κατέβεις στη στάση που σου είπα, θα περπατήσω, είπες, κι αν κατέβω λίγο πιο μακριά, θα περπατήσω και θα έρθω με τα πόδια, μου αρέσει να περπατάω άνοιξη μέσα στη ζέστη των υακίνθων και το κίτρινο του Απρίλη. Ναι. Μόνο μη χάσεις το δρόμο σου. Να θυμηθείς να έρχεσαι, όσο αργοπορούν τα βήματά σου, αιχμάλωτα βήματα κάποιων γεύσεων παλιών ερώτων, άνθη και δέντρα και φυτά ευωδίασαν ανοιξιάτικα κάποιες αρχαίες λέξεις νοσταλγίας και δε με συμπεριέλαβαν τα γράμματά σου στις παπαρούνες που κόκκινες απ’τα χείλη και το αίμα μου δάκρυσα σαν είδα πως ώρες κάνεις τα λεπτά, με μάγια ξόρκια τα μαγεύεις τα δευτερόλεπτα κι έρχονται και σέρνονται στα πόδια μου αλυσίδες από αμφιβολίες και σκέψεις δεύτερης χρήσης.

Με φορά αντίθετη. Αυτό ήθελα να μη ζήσω. Κατάλαβες; Τη στιγμή που θα συμπορευτούν τα βήματά μας, στο δευτερόλεπτο εκείνο και μετά θα χαθούν ξανά στα παράλληλα και στα αντίθετα που όσο κι αν συνήθισα να τα μετράω τις νύχτες χάρην ευκολίας του καλέσματος της αϋπνίας μου, πάντα έχανα τον αριθμό τους τον πολλαπλασιαστικό. Κι αυτή η ένωση πόσο να διαρκέσει περισσότερο από ένα κοίταγμα; Θα με κερδίζεις πάντα στο παιγνίδι των βλεμμάτων, βλέπεις εγώ τα βλέφαρά μου τα ύφαινα με εικόνες σου και τα κρατάω μέσα μου για να έχω τις νύχτες ένα λόγο να σηκώνομαι καθώς χαράζει, το ανολοκλήρωτο, αυτό που δεν έζησα ακόμα και που η άνοιξη μου υποσχέθηκε ότι θα μου το χαρίσει απλόχερα κάτω απ’τον ήλιο και μέσα στη θάλασσα.

Με φορά αντίθετη. Αυτό ήθελα να αποφύγω. Κατάλαβες; Τη μονολεκτική σου απάντηση και την αδιαφορία σου. Σύρθηκα πολύ σε συναισθήματα γυαλιά που έκοβαν στις άκρες τους κουράγιο και δύναμη να αντικρίζεις τη ζωή και να πιστεύεις ότι αυτή η γωνιά που μου παραχωρήθηκε,σου ανήκει ολόκληρη. Λύγισα πολύ σε δάκρυα, σε ξεχασμένα πατώματα που έχασα το όνομά μου και συλλάβιζα το δικό σου μονάχα, ίσα ίσα για να μπορώ να το προφέρω ξανά, μήπως και ξεχάσω πώς ακούγονται οι φθόγγοι όταν τους προφέρεις στο κενό. Απόκαμα πολύ σε τοίχους κολλημένη να κοιτάζω το απέναντι και να μου χαμογελά μια πόρτα κλειστή, διπλοκλειδωμένη, με σύρτες και λουκέτα, είχες φαίνεται μάθει κι εσύ να οχυρώνεσαι πίσω απ’τους φόβους των μεγάλων ναι. Και δε βυθιστήκαμε ποτέ στη μεγάλη θάλασσα, δε μας πήρε ο άνεμος ποτέ ένα ταξίδι στο βυθό, δεν απλωθήκαμε ποτέ κάτω από ήλιους που έλαμπαν, δεν περπατήσαμε ποτέ στις παπαρούνες που έβαψα για να μυρίζεις το αίμα μου, δεν κοιταχτήκαμε ποτέ στα σκοτεινά καλοκαίρια κάτω απ’την πανσέληνο, ποτέ. Κουράστηκα πολύ να περιμένω το ανεκπλήρωτο, δοσμένη στους ολόκληρους κύκλους που επ'άπειρον θα καταλήγουν και πάλι εκεί απ'όπου ξεκίνησαν. Προσαρμόζομαι. Στο λίγο, στο ελάχιστο. Στο καλά προσφερόμενο, μην επιδιώκοντας πια κύκλους να βρω. Και με αυτό το λίγο σου θα σταθώ κι εγώ να μυρίσω τα γιασεμιά, καθώς έρχομαι να σε βρω, αν αργοπορήσω να 'ρθω να μη με ψάξεις. Ίσως με πλάνεψαν κι εμένα τα ανθισμένα τριαντάφυλλα, τα απρόσφερτα, που γέννησαν χαμόγελα  και μόνο στην υποψία της ύπαρξής τους. 

Καταλαβαίνεις τώρα τι σου λέω; Τι ήθελα πάντα να σου πω; Τι ήθελα πάντα να αποφύγω; Να βάζω άμυνες σε όσα έρχονται με φόρα αντίθετα.

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Φταίω


Φταίω. Γράφε.
Για τις νύχτες με πανσέληνο που τις μέτρησα όλες μακριά σου κι ας ήθελα να τις δούμε αγκαλιά, σε απομάκρυνε κάποια ενοχική δειλία, κάποια αφοσίωση στην πίστη της αγάπης που δεν πρέπει να διασκορπίζεται αριστερά και δεξιά, άστοχα.

Φταίω. Γράφε.
Για τις μέρες τις ηλιόλουστες που με έκαιγε ο ιδρώτας της απουσίας σου και με το αλάτι στα μάτια έκανα πως δε σε βλέπω κι ας σε σχημάτιζε η θάλασσα εικόνα δικιά σου κι απαράλλαχτη της φοράς που μου χαμογέλασες για πρώτη φορά.

Φταίω. Γράφε.
Για όσες σκέψεις ακατόρθωτες ανάθρεψα μέσα στο μυαλό μου και τις τάιζα απ’το αίμα της προσδοκίας ενός έρωτα που μου έταξες κι είδα σιγά σιγά να ελαττώνει, να λιγοστεύει το όνειρο- τιμωρός της σκοτεινής αργοπορίας μου.

Φταίω. Γράφε.
Για τις διαθέσεις που προσέφερες να μου υπερ-παρέχεις και δεν άφησε η πίστη στο αδύνατο, το θνητό σώμα να γίνει χώμα με χώμα, νερό με νερό, αέρας με αέρα, φωτιά με φωτιά και να μας κάψει για μια ακόμα φορά με τον τρόπο που ήθελες.

Φταίω. Γράφε.
Και μη σταματάς. Έχω πολλά να σου πω για λάθη του παρελθόντος, του μέλλοντος απουσίες που θα γευτώ. Όμως, για να έχω γράψει το μέλλον σου για να έχω επηρεάσει τη μέρα σου, για να στέκεσαι σαν ακίνητη απουσία και να ντύνεσαι το ψέμα σου και να ξεγυμνώνεις την αλήθεια μου για να αντέξεις το δράμα σου, πάει να πει πως κάπου έφταιξες κι εσύ.
Γι αυτό στο τέλος της σελίδας σου σημείωσε και με ψιλά γράμματα και τούτο: συγχωρώ σημαίνει αφήνω χώρο να σταθεί η ψυχή μου στο άδειο δωμάτιο.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Για την άνοιξη,πριν την άνοιξη...


Κοντεύει η άνοιξη είπες.
Κοντεύει.
Ποιος να σου αρνηθεί το ανύπαρκτο;

Ζεστή μέρα με ξεγέλασε σήμερα. Είναι κι αυτός ο ήλιος, δαμαστής των μελαγχολικών ορμήσεων, των επιπόλαιων βέλων αισθημάτων, έτσι όπως εξστομίζονται εξακολουθητικά και συνεχόμενα, όπως έραβε θυμάμαι στα παλιά χρόνια η πρόγονος μάνα τα υφαντά προικιά- να μη σε δει ο ξένος κόσμος απογυμνωμένη από παρελθόν και σε θεωρήσει στόχο εύκολο. Ελεύθερα περάστε, να σαρώσετε τον κόσμο μου, τα ψίχουλα που σας πέταξε η απληστία σας να τα μαζέψετε κι αυτά, μη λογαριάζετε τον ήλιο τον ανοιξιάτικο, ποια άνοιξη σου είπα άλλωστε, κοντεύει είπες- διαψευστής και ψεύτης των παλαιότερων ήλιων που μας έκαψαν μαζί.

Κι αυτός ο δρόμος που με φέρνει ξανά και ξανά στη θάλασσα, μη θαρρείς πως ξεγελάστηκα, η θάλασσα δεν είναι ήλιος, ξέρω καλά τα βήματα της θάλασσας, ξέρω καλά σε ποια στροφή κύμα να γυρίσω το κορμί μου μη με βρέξει ολάκερη η υδάτινη απουσία. Γουλιά γουλιά να πίνω το επώδυνο κι αυτή η γεύση της αρμύρας στα χείλη σου εκεί θα είναι ακόμα, πρώτα να βρέξεις λίγο με τις παλάμες σου την κοιλιά σου κι ύστερα την καρδιά, μετά αποθεώσου εύχαρις στην αιώνια λήθη σου που ανθρώπους σαν κι εμένα έγδυσε και πέταξε και άδειασε. Εμπρός παρακαλώ, το πρώτο βήμα κάντο εσύ, προσεκτικά, με μέθοδο συγχρόνισε τους χτύπους σου με το ρυθμό της θάλασσας- μη σε έβρει το αιώνιο, χωμάτινο θνητό και σε λούσει με ενοχές. Εγώ ακολουθώ, μη νοιάζεσαι. Εγώ μια κι έξω το δέχομαι το απεριόριστο. Να με βρέξει από άκρο σε άκρο να μ’αγκαλιάσει στα ολόκληρα που ένιωσα, να με ξεχάσει στη μετάνοια, να με ξεπλύνει στην ευπιστία των λόγων σου, μη και καταλάβω πως δε βάσταξες τη θάλασσα που σου προσέφερα.

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Iστορίες απ'την καθημερινότητα: 9η Ιστορία "Τα παράδοξα της Κίρχοφ"


"Τα παράδοξα της Κίρχοφ"

Εντάξει όπως και να το κάνεις κάθε άνθρωπος έχει τα στραβά του. Τα πάνω του θες τα κάτω του θες, τα ζερβά του, τα κουλά του. Και αυτά σε συνδυασμό με τις ελαττωματάρες, που ο καθένας μας σέρνει και από μια οκά από δαύτες στην πλάτη του, έχουν την τάση να αυξάνονται και να πληθύνονται με ρυθμούς ανάποδους απ’ότι η καλοσύνη των ανθρώπων: πολλαπλασιάζονται δηλαδή στο επ’άπειρο σε χρόνο dt, διαιρώντας στο ποτέ και στο καθόλου τα μικρο-προτερηματάκια που μπορεί να έχεις ως άνθρωπος. Τα παράδοξα που ακολουθούν φιγουράρουν ως άλλες μοντέλες της πασαρέλας, με ύφος «είμαι η ωραιότερη και η πιο χαζή καρατσεκαρισμένο, ψηφίστε με», για τα μάτια σας μόνο!!

Παράδοξο νούμερο 1: Οι γέφυρες
            Κάθε κανονικός άνθρωπος όταν θέλει να δώσει ή να λάβει οδηγίες στο δρόμο αντιλαμβάνεται το πρόβλημα των γεφυρών ως εξής: Εγώ που είμαι στο αυτοκίνητό μου και πρέπει να περάσω πάνω απ’τη γέφυρα σημαίνει πως θα ανηφορίσω λιγάκι, πως κάποια στιγμή στο διάβα μου θα πατάω μια γέφυρα, πως θα βρίσκομαι κάπου ψηλότερα τέλος πάντων. Ωραία; Ωραία, λες εσύ γιατί είσαι ένας κανονικός άνθρωπος. Βρε μανάρια μου, βρε πουλάκια μου, βρε γλυκά μου παιδάκια πείτε μου τώρα μεταξύ μας το σωστό, το λογικό, το κανονικό (τι λέω!) δεν είναι να ορίζουμε την κίνησή μας βάσει του σταθερού σημείου; Ας εξηγηθώ. Το σταθερό σημείο είναι η γέφυρα. Και το κινητό σημείο είμαστε εμείς. Γιατί εμείς μπορούμε να κάνουμε και τούμπες, αλλά η γέφυρα θα παραμένει στο ίδιο σημείο. Όμορφα. Άρα, το πάνω γέφυρα σημαίνει ότι η γέφυρα θα βρίσκεται από πάνω μας και το κάτω γέφυρα ότι η γέφυρα θα βρίσκεται από κάτω μας, άρα θα την πατάμε. Σας μπερδέψα, το ξέρω το κατανοώ, αλλά προσέξτε το συλλογισμό μου. Γιατί τα πράγματα θα πρέπει να είναι ανθρωποκεντρικά; Να ορίζονται οι γέφυρες, θεέ, ανάλογα με τον άνθρωπο. Μα οι γέφυρες θα βρίσκονται εκεί ακόμα και όταν πεθάνουν οι άνθρωποι. Άρα οι γέφυρες θα ζήσουν περισσότερο από εμάς, άρα αυτές ορίζουν το πώς θα κινηθούμε.
           Είναι ολόκληρη φιλοσοφία παιδί μου, όχι ψέματα. Δεν είναι έτσι απλό εσύ νομίζεις άντε μπαμ είπαμε ένα πάνω – κάτω απ’τη γέφυρα και κάτι κάναμε. Θέλει προσοχή το πράγμα, θέλει μελέτη. Και επανέρχομαι: το ζητούμενο δεν είναι πού θα βρίσκεσαι εσύ σε σχέση με τη γέφυρα. Αλλά πού θα βρίσκεται η γέφυρα (το σταθερό σημείο) σε σχέση με τη δική σου κίνηση (που ορίζει μια υποκειμενικότητα ρε παιδάκι μου, γιατί σ’αυτή τη ζωή αυτά που θα πρέπει να κρατάμε είναι τα σταθερά πράγματα στη ζωή μας και βάσει αυτών να κανονίζουν και οι υπόλοιποι ασταθείς τη ζωή τους). Άρα λοιπόν συμπέρασμα κάθε φορά που ένας άνθρωπος προσπαθεί να μου δώσει εξηγήσεις στο δρόμο και οι οδηγίες αυτές περιλαμβάνουν και ανεβοκατεβάσματα γεφυρών, η Κίρχοφ έχει το αιώνιο πρόβλημα. Μη μου λες πάνω απ’τη γέφυρα ή κάτω απ’τη γέφυρα. Πες μου πού θα βρίσκεται η γέφυρα σε σχέση με μένα!! Μπας και συνεννοηθούμε. Άρα το πάνω γέφυρα το δικό σας που το μεταφράζετε ως «την πατάω τη γέφυρα είμαι από πάνω της» και το κάτω γέφυρα το δικό σας που είναι «την περνάω από κάτω τη γέφυρα» (καλά τα είπα;), εμένα μπορεί να μου προκαλέσει έναν ανελέητο πονοκέφαλο και να με κάνετε και να χαθώ!! Για μένα τα πράγματα είναι απλά πάνω γέφυρα σημαίνει «ότι η γέφυρα είναι από πάνω μου, στο κεφάλι μου» και κάτω γέφυρα σημαίνει «ότι τη γέφυρα την πατάω, την έχω στα πόδια μου».

υ.γ. Εντάξει το ξέρω ότι δεν έπεισα κανέναν σας, ίσως μόνο λίγο τη δόλια μάνα μου που κάθε φορά που βρισκόμαστε μαζί στο αυτοκίνητο και έχουμε να περάσουμε γέφυρες και αρχικά μου λέει πώς να πάμε με το δικό σας τρόπο, την κοιτάω καλά καλά και την ρωτάω «δηλαδή η γέφυρα πού πρέπει να είναι για να πηγαίνουμε σωστά;" και μου απαντάει και συνεννοούμαστε!

υ.γ. 2 Μπορείτε άνετα να αναρωτηθείτε «μα καλά η γκόμενα πάει καθόλου καλά; Έχει ολόκληρη φιλοσοφία ζωής ακόμα και για τις γέφυρες;», για να σας απαντήσω πως δεν πάω καθόλου καλά, καρατσεκαρισμένο επίσης.

Παράδοξο νούμερο 2: Η αμφιχειρία
             Κάθε κανονικός άνθρωπος χρησιμοποιεί το ένα του χέρι περισσότερο από το άλλο. Οι δεξιόχειρες το δεξί, οι αριστερόχειρες το αριστερό και άντε να υπάρχουν και μερικοί που δε νιώθουν τόσο κουλοί με το χέρι που δε γράφουν. Αυτές είναι οι 3 κατηγορίες κανονικών ανθρώπων που έχει γνωρίσει αυτός ο κόσμος. Η 4η κατηγορία- μια κατηγορία από μόνη της είναι η Κίρχοφ. Να πω ότι είμαι δεξιόχειρας; Ψέμα θα ‘ναι. Να πω αριστερόχειρας; Ψέμα επίσης.
            Πάρε για παράδειγμα τι γίνεται στα τραπέζια που πηγαίνουμε και τρώμε. Αν δεν είναι επίσημα τα πράγματα οι δεξιόχειρες κρατάνε και πιρούνι και μαχαίρι με το δεξί (το βλέπεις εκεί που τρώνε που τα στοιβάζουν και τα 2 απ’τη μια μεριά) και οι καημένοι οι αριστερόχειρες έχοντας μάθει να στρώνε σωστά οι περισσότεροι κρατάνε το πιρούνι με το αριστερό και κόβουν με το δεξί. Η κατηγορία της τρελής, την οποία επάξια εκπροσωπώ με περισσή χαρά, κρατάει και το μαχαίρι και το πιρούνι με το αριστερό. Για να είμαι πιο σαφής, κρατάω το πιρούνι με το δεξί για να κόψω με το μαχαίρι στο αριστερό χέρι και μόλις κόψω, δίνω το πιρούνι στο αριστερό χέρι για να φάω κιόλας. Το αυτό συμβαίνει και με το κουτάλι, που ακόμα και το savoir vivre λέει ότι θα πρέπει να το κρατάμε στο δεξί, εγώ κι αυτό στο αριστερό.
            Θα μου πουν μερικοί, 24 έφτασες κοπέλα μου δεν έμαθες ακόμα να τρως σωστά; Ας εξηγηθώ λοιπόν. Δεν είναι ότι δεν προσπάθησα, δεν είναι ότι δε θέλω. Πάρε για παράδειγμα πριν κάτι χρόνια που βρισκόμασταν σε κάτι βαφτίσια είχα πάει μετά στο τσιμπούσι, επισημότητες κι έτσι, εκεί ακόμα και οι δεξιόχειρες ταλαιπωρούνταν οι άνθρωποι να κρατάνε το πιρούνι με το αριστερό, κάνανε να φάνε μια μπουκιά μισό αιώνα και λέω εγώ εντάξει μεγάλη κοπέλα είμαι πια ας φάω κι εγώ σωστά σαν άνθρωπος, ένεκα της επισημότητας του τραπεζίου δηλαδή. Έρχεται το λαχταριστό μπιφτέκι, εγώ κυρία δεν πέφτω με τα μούτρα, διατηρώ το επίπεδο, τα γέλια ήταν σε μορφή μικρού χαχανητού, ξέρεις με κλειστό το στόμα μη φαίνεται και το ρύζι που κόλλησε ανάμεσα στα δόντια, ούτε να σ’ακούει και το διπλανό τετράγωνο να έχεις χεστεί στο χάχανο, καταλαβαίνεις τώρα κομψότητα στο φουλ. Τι να κάνει και η δικιά σου κρατάει το μαχαίρι με το δεξί και να φιλοδοξεί να κόψει το μπιφτέκι, ώσπου ναι κυρίες και κύριοι έγινε ακριβώς αυτό που φαντάζεστε!! Εκτοξεύτηκε ο ομαδοποιημένος κιμάς εκτός του πιάτου μου, φαρδύς πλατύς στο τραπεζομάντιλο, με ηχητική υπόκρουση ήχο τσιριχτό και ανατριχιαστικό σαν αυτό που κάνει το μαχαίρι όταν έρχεται σύριζα με πορσελάνη, αι κυρίαι έντρομες κοίταξαν να δουν ποιανής έσπασε το νύχι, ώσπου είδαν την μπιφτεκάρα μου φαρδιά πλατιά να κείτεται στο άσπρο πάνλευκο τραπεζομάντιλο, μη έχοντας ακόμα φαγωθεί, άθικτο όπως το έπλασε η μάνα του. Θρήνος και οδυρμός.

υ.γ. Το ξέρω ότι καίγεστε να σας πω τη συνέχεια με το μπιφτέκι, εντάξει εγώ κυρία χαζοχαμογέλασα, γράπωσα με το πιρούνι, κρατώντας το στο αριστερό χέρι πάντα, το μπιφτέκι, το οποίο και ξαναπροσγείωσα στο πιάτο μου και αποφάσισα ότι καλύτερα να φάω ζερβά, αριστερά το πιρούνι, αριστερά το μαχαίρι, αλλά τουλάχιστον αναίμακτα, παρά να ακουστούμε στο άπαν σύμπαν και στο τέλος να μη φάμε κιόλα αυτό που το πας;

υ.γ. 2 Το αυτό παράξενο μου συμβαίνει επίσης με τα παλαμάκια που τα βαράω με το αριστερό χέρι, γιατί αν τα βαρέσω με το δεξί θα είμαι σαν καρτούν που του φεύγουν τα χέρια, με το ποδήλατο επίσης που δεν υπάρχει ουδεμία πιθανότητα στο εκατομμύριο αν κρατήσω το τιμόνι μόνο το δεξί χέρι να μη στουκάρω στο πρώτο δευτερόλεπτο (ενώ με το αριστερό μόνο σε πάω διαδρομές ως τη Χαβάη με μία ρόδα), με το αυτοκίνητο που γίνεται το μάλε βράσε όταν θέλω να φάω μια τυρόπιτα, μια μπανάνα, κάτι βρε αδερφέ, όπου εύχομαι να είχε 4 αριστερά χέρια, με το 1 να κρατάω το τιμόνι, με το άλλο να αλλάζω τις ταχύτητες, με το 3ο να κρατάω το φαί και με το 4ο να σκουπίζομαι κιόλας. Αλλά ένεκα που η φύση τα έπλασε έτσι τι να κάνεις; Και πώς να φάω μου λες; Που το τιμόνι άμα το κρατήσω με το δεξί θα προκαλέσω καραμπόλα. Άρα το τιμόνι με το αριστερό και το φαί με το δεξί. Που το δεξί δε βρίσκει το δρόμο για το στόμα με καμία κυβέρνηση, αλλά λέμε. Και οι ταχύτητες; Που είναι κι αυτές στο δεξί χέρι; Σκότωμα σου λέω σκότωμα. Ταχυδακτυλουργικά κάνω κάθε φορά για μια μπουκιά.

υ.γ. 3 Γράφω με το δεξί.

Ηθικό δίδαγμα: Κάθε φορά που έγραφα ξεκίναγα με το «ένας κανονικός άνθρωπος». Συμπέρασμα: υπάρχουν και άνθρωποι που δεν είναι κανονικοί.