Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Εν τάχει

Ο δρόμος του γυρισμού ήταν άραγε τόσο μακρύς που έπρεπε να τον διασχίσεις μοναχός σου; Πέρασες από διάβατους δρόμους, άσφαλτα συναισθήματα ή μήπως λερώθηκαν τα παπούτσια σου με το κόκκινο της χωμάτινης συνείδησης; Όσα παρέλειψες να ζήσεις μαζί μου σε ποιο τρένο που δε θα ανέβουμε μου ζητάς να σου πω εν τάχει;


Λέγεται ποτέ η ζωή περιληπτικά, μπορείς να συμπτύξεις το λάγνο συναίσθημα, το δέσιμο των δαχτύλων, τα άστρα από όπου έπεσα κρυφά για να κάνω το χατήρι στην ευχή μου, μπορείς να συμπτύξεις το μόχθο στα εργοστάσια της λήθης που δούλευαν μέρα-νύχτα, αδιάκοπα, για να περάσει στη σφαίρα της ανυπαρξίας το πολυπόθητο όνομά σου;


Δε λέγονται καλέ μου στο πόδι όσα έδωσαν αίμα στο σώμα σου να ζήσει, δεν περιλαμβάνονται στα "γρήγορα", όσα βασανιστικά αργά πέρασαν από πάνω σου αφήνοντας τη σφραγίδα τους αποτύπωμα στο θνητό όνομά σου. Μη μου ζητάς λοιπόν να σου διηγηθώ περιληπτικώς, συνοπτικώς και εν τάχει την ιστορία μου που δεν έζησες. Πες πως μέχρι να ξαναρθείς εγώ ήμουν νεκρή.


Μάιος 2013

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Με φόρα αντίθετα


Με φορά αντίθετη. Αυτό ήθελα να γλιτώσω. Κατάλαβες; Τη λάθος διαδρομή που πήρες. Και δε θυμήθηκες να κατέβεις στη στάση που σου είπα, θα περπατήσω, είπες, κι αν κατέβω λίγο πιο μακριά, θα περπατήσω και θα έρθω με τα πόδια, μου αρέσει να περπατάω άνοιξη μέσα στη ζέστη των υακίνθων και το κίτρινο του Απρίλη. Ναι. Μόνο μη χάσεις το δρόμο σου. Να θυμηθείς να έρχεσαι, όσο αργοπορούν τα βήματά σου, αιχμάλωτα βήματα κάποιων γεύσεων παλιών ερώτων, άνθη και δέντρα και φυτά ευωδίασαν ανοιξιάτικα κάποιες αρχαίες λέξεις νοσταλγίας και δε με συμπεριέλαβαν τα γράμματά σου στις παπαρούνες που κόκκινες απ’τα χείλη και το αίμα μου δάκρυσα σαν είδα πως ώρες κάνεις τα λεπτά, με μάγια ξόρκια τα μαγεύεις τα δευτερόλεπτα κι έρχονται και σέρνονται στα πόδια μου αλυσίδες από αμφιβολίες και σκέψεις δεύτερης χρήσης.

Με φορά αντίθετη. Αυτό ήθελα να μη ζήσω. Κατάλαβες; Τη στιγμή που θα συμπορευτούν τα βήματά μας, στο δευτερόλεπτο εκείνο και μετά θα χαθούν ξανά στα παράλληλα και στα αντίθετα που όσο κι αν συνήθισα να τα μετράω τις νύχτες χάρην ευκολίας του καλέσματος της αϋπνίας μου, πάντα έχανα τον αριθμό τους τον πολλαπλασιαστικό. Κι αυτή η ένωση πόσο να διαρκέσει περισσότερο από ένα κοίταγμα; Θα με κερδίζεις πάντα στο παιγνίδι των βλεμμάτων, βλέπεις εγώ τα βλέφαρά μου τα ύφαινα με εικόνες σου και τα κρατάω μέσα μου για να έχω τις νύχτες ένα λόγο να σηκώνομαι καθώς χαράζει, το ανολοκλήρωτο, αυτό που δεν έζησα ακόμα και που η άνοιξη μου υποσχέθηκε ότι θα μου το χαρίσει απλόχερα κάτω απ’τον ήλιο και μέσα στη θάλασσα.

Με φορά αντίθετη. Αυτό ήθελα να αποφύγω. Κατάλαβες; Τη μονολεκτική σου απάντηση και την αδιαφορία σου. Σύρθηκα πολύ σε συναισθήματα γυαλιά που έκοβαν στις άκρες τους κουράγιο και δύναμη να αντικρίζεις τη ζωή και να πιστεύεις ότι αυτή η γωνιά που μου παραχωρήθηκε,σου ανήκει ολόκληρη. Λύγισα πολύ σε δάκρυα, σε ξεχασμένα πατώματα που έχασα το όνομά μου και συλλάβιζα το δικό σου μονάχα, ίσα ίσα για να μπορώ να το προφέρω ξανά, μήπως και ξεχάσω πώς ακούγονται οι φθόγγοι όταν τους προφέρεις στο κενό. Απόκαμα πολύ σε τοίχους κολλημένη να κοιτάζω το απέναντι και να μου χαμογελά μια πόρτα κλειστή, διπλοκλειδωμένη, με σύρτες και λουκέτα, είχες φαίνεται μάθει κι εσύ να οχυρώνεσαι πίσω απ’τους φόβους των μεγάλων ναι. Και δε βυθιστήκαμε ποτέ στη μεγάλη θάλασσα, δε μας πήρε ο άνεμος ποτέ ένα ταξίδι στο βυθό, δεν απλωθήκαμε ποτέ κάτω από ήλιους που έλαμπαν, δεν περπατήσαμε ποτέ στις παπαρούνες που έβαψα για να μυρίζεις το αίμα μου, δεν κοιταχτήκαμε ποτέ στα σκοτεινά καλοκαίρια κάτω απ’την πανσέληνο, ποτέ. Κουράστηκα πολύ να περιμένω το ανεκπλήρωτο, δοσμένη στους ολόκληρους κύκλους που επ'άπειρον θα καταλήγουν και πάλι εκεί απ'όπου ξεκίνησαν. Προσαρμόζομαι. Στο λίγο, στο ελάχιστο. Στο καλά προσφερόμενο, μην επιδιώκοντας πια κύκλους να βρω. Και με αυτό το λίγο σου θα σταθώ κι εγώ να μυρίσω τα γιασεμιά, καθώς έρχομαι να σε βρω, αν αργοπορήσω να 'ρθω να μη με ψάξεις. Ίσως με πλάνεψαν κι εμένα τα ανθισμένα τριαντάφυλλα, τα απρόσφερτα, που γέννησαν χαμόγελα  και μόνο στην υποψία της ύπαρξής τους. 

Καταλαβαίνεις τώρα τι σου λέω; Τι ήθελα πάντα να σου πω; Τι ήθελα πάντα να αποφύγω; Να βάζω άμυνες σε όσα έρχονται με φόρα αντίθετα.

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Φταίω


Φταίω. Γράφε.
Για τις νύχτες με πανσέληνο που τις μέτρησα όλες μακριά σου κι ας ήθελα να τις δούμε αγκαλιά, σε απομάκρυνε κάποια ενοχική δειλία, κάποια αφοσίωση στην πίστη της αγάπης που δεν πρέπει να διασκορπίζεται αριστερά και δεξιά, άστοχα.

Φταίω. Γράφε.
Για τις μέρες τις ηλιόλουστες που με έκαιγε ο ιδρώτας της απουσίας σου και με το αλάτι στα μάτια έκανα πως δε σε βλέπω κι ας σε σχημάτιζε η θάλασσα εικόνα δικιά σου κι απαράλλαχτη της φοράς που μου χαμογέλασες για πρώτη φορά.

Φταίω. Γράφε.
Για όσες σκέψεις ακατόρθωτες ανάθρεψα μέσα στο μυαλό μου και τις τάιζα απ’το αίμα της προσδοκίας ενός έρωτα που μου έταξες κι είδα σιγά σιγά να ελαττώνει, να λιγοστεύει το όνειρο- τιμωρός της σκοτεινής αργοπορίας μου.

Φταίω. Γράφε.
Για τις διαθέσεις που προσέφερες να μου υπερ-παρέχεις και δεν άφησε η πίστη στο αδύνατο, το θνητό σώμα να γίνει χώμα με χώμα, νερό με νερό, αέρας με αέρα, φωτιά με φωτιά και να μας κάψει για μια ακόμα φορά με τον τρόπο που ήθελες.

Φταίω. Γράφε.
Και μη σταματάς. Έχω πολλά να σου πω για λάθη του παρελθόντος, του μέλλοντος απουσίες που θα γευτώ. Όμως, για να έχω γράψει το μέλλον σου για να έχω επηρεάσει τη μέρα σου, για να στέκεσαι σαν ακίνητη απουσία και να ντύνεσαι το ψέμα σου και να ξεγυμνώνεις την αλήθεια μου για να αντέξεις το δράμα σου, πάει να πει πως κάπου έφταιξες κι εσύ.
Γι αυτό στο τέλος της σελίδας σου σημείωσε και με ψιλά γράμματα και τούτο: συγχωρώ σημαίνει αφήνω χώρο να σταθεί η ψυχή μου στο άδειο δωμάτιο.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Για την άνοιξη,πριν την άνοιξη...


Κοντεύει η άνοιξη είπες.
Κοντεύει.
Ποιος να σου αρνηθεί το ανύπαρκτο;

Ζεστή μέρα με ξεγέλασε σήμερα. Είναι κι αυτός ο ήλιος, δαμαστής των μελαγχολικών ορμήσεων, των επιπόλαιων βέλων αισθημάτων, έτσι όπως εξστομίζονται εξακολουθητικά και συνεχόμενα, όπως έραβε θυμάμαι στα παλιά χρόνια η πρόγονος μάνα τα υφαντά προικιά- να μη σε δει ο ξένος κόσμος απογυμνωμένη από παρελθόν και σε θεωρήσει στόχο εύκολο. Ελεύθερα περάστε, να σαρώσετε τον κόσμο μου, τα ψίχουλα που σας πέταξε η απληστία σας να τα μαζέψετε κι αυτά, μη λογαριάζετε τον ήλιο τον ανοιξιάτικο, ποια άνοιξη σου είπα άλλωστε, κοντεύει είπες- διαψευστής και ψεύτης των παλαιότερων ήλιων που μας έκαψαν μαζί.

Κι αυτός ο δρόμος που με φέρνει ξανά και ξανά στη θάλασσα, μη θαρρείς πως ξεγελάστηκα, η θάλασσα δεν είναι ήλιος, ξέρω καλά τα βήματα της θάλασσας, ξέρω καλά σε ποια στροφή κύμα να γυρίσω το κορμί μου μη με βρέξει ολάκερη η υδάτινη απουσία. Γουλιά γουλιά να πίνω το επώδυνο κι αυτή η γεύση της αρμύρας στα χείλη σου εκεί θα είναι ακόμα, πρώτα να βρέξεις λίγο με τις παλάμες σου την κοιλιά σου κι ύστερα την καρδιά, μετά αποθεώσου εύχαρις στην αιώνια λήθη σου που ανθρώπους σαν κι εμένα έγδυσε και πέταξε και άδειασε. Εμπρός παρακαλώ, το πρώτο βήμα κάντο εσύ, προσεκτικά, με μέθοδο συγχρόνισε τους χτύπους σου με το ρυθμό της θάλασσας- μη σε έβρει το αιώνιο, χωμάτινο θνητό και σε λούσει με ενοχές. Εγώ ακολουθώ, μη νοιάζεσαι. Εγώ μια κι έξω το δέχομαι το απεριόριστο. Να με βρέξει από άκρο σε άκρο να μ’αγκαλιάσει στα ολόκληρα που ένιωσα, να με ξεχάσει στη μετάνοια, να με ξεπλύνει στην ευπιστία των λόγων σου, μη και καταλάβω πως δε βάσταξες τη θάλασσα που σου προσέφερα.

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Iστορίες απ'την καθημερινότητα: 9η Ιστορία "Τα παράδοξα της Κίρχοφ"


"Τα παράδοξα της Κίρχοφ"

Εντάξει όπως και να το κάνεις κάθε άνθρωπος έχει τα στραβά του. Τα πάνω του θες τα κάτω του θες, τα ζερβά του, τα κουλά του. Και αυτά σε συνδυασμό με τις ελαττωματάρες, που ο καθένας μας σέρνει και από μια οκά από δαύτες στην πλάτη του, έχουν την τάση να αυξάνονται και να πληθύνονται με ρυθμούς ανάποδους απ’ότι η καλοσύνη των ανθρώπων: πολλαπλασιάζονται δηλαδή στο επ’άπειρο σε χρόνο dt, διαιρώντας στο ποτέ και στο καθόλου τα μικρο-προτερηματάκια που μπορεί να έχεις ως άνθρωπος. Τα παράδοξα που ακολουθούν φιγουράρουν ως άλλες μοντέλες της πασαρέλας, με ύφος «είμαι η ωραιότερη και η πιο χαζή καρατσεκαρισμένο, ψηφίστε με», για τα μάτια σας μόνο!!

Παράδοξο νούμερο 1: Οι γέφυρες
            Κάθε κανονικός άνθρωπος όταν θέλει να δώσει ή να λάβει οδηγίες στο δρόμο αντιλαμβάνεται το πρόβλημα των γεφυρών ως εξής: Εγώ που είμαι στο αυτοκίνητό μου και πρέπει να περάσω πάνω απ’τη γέφυρα σημαίνει πως θα ανηφορίσω λιγάκι, πως κάποια στιγμή στο διάβα μου θα πατάω μια γέφυρα, πως θα βρίσκομαι κάπου ψηλότερα τέλος πάντων. Ωραία; Ωραία, λες εσύ γιατί είσαι ένας κανονικός άνθρωπος. Βρε μανάρια μου, βρε πουλάκια μου, βρε γλυκά μου παιδάκια πείτε μου τώρα μεταξύ μας το σωστό, το λογικό, το κανονικό (τι λέω!) δεν είναι να ορίζουμε την κίνησή μας βάσει του σταθερού σημείου; Ας εξηγηθώ. Το σταθερό σημείο είναι η γέφυρα. Και το κινητό σημείο είμαστε εμείς. Γιατί εμείς μπορούμε να κάνουμε και τούμπες, αλλά η γέφυρα θα παραμένει στο ίδιο σημείο. Όμορφα. Άρα, το πάνω γέφυρα σημαίνει ότι η γέφυρα θα βρίσκεται από πάνω μας και το κάτω γέφυρα ότι η γέφυρα θα βρίσκεται από κάτω μας, άρα θα την πατάμε. Σας μπερδέψα, το ξέρω το κατανοώ, αλλά προσέξτε το συλλογισμό μου. Γιατί τα πράγματα θα πρέπει να είναι ανθρωποκεντρικά; Να ορίζονται οι γέφυρες, θεέ, ανάλογα με τον άνθρωπο. Μα οι γέφυρες θα βρίσκονται εκεί ακόμα και όταν πεθάνουν οι άνθρωποι. Άρα οι γέφυρες θα ζήσουν περισσότερο από εμάς, άρα αυτές ορίζουν το πώς θα κινηθούμε.
           Είναι ολόκληρη φιλοσοφία παιδί μου, όχι ψέματα. Δεν είναι έτσι απλό εσύ νομίζεις άντε μπαμ είπαμε ένα πάνω – κάτω απ’τη γέφυρα και κάτι κάναμε. Θέλει προσοχή το πράγμα, θέλει μελέτη. Και επανέρχομαι: το ζητούμενο δεν είναι πού θα βρίσκεσαι εσύ σε σχέση με τη γέφυρα. Αλλά πού θα βρίσκεται η γέφυρα (το σταθερό σημείο) σε σχέση με τη δική σου κίνηση (που ορίζει μια υποκειμενικότητα ρε παιδάκι μου, γιατί σ’αυτή τη ζωή αυτά που θα πρέπει να κρατάμε είναι τα σταθερά πράγματα στη ζωή μας και βάσει αυτών να κανονίζουν και οι υπόλοιποι ασταθείς τη ζωή τους). Άρα λοιπόν συμπέρασμα κάθε φορά που ένας άνθρωπος προσπαθεί να μου δώσει εξηγήσεις στο δρόμο και οι οδηγίες αυτές περιλαμβάνουν και ανεβοκατεβάσματα γεφυρών, η Κίρχοφ έχει το αιώνιο πρόβλημα. Μη μου λες πάνω απ’τη γέφυρα ή κάτω απ’τη γέφυρα. Πες μου πού θα βρίσκεται η γέφυρα σε σχέση με μένα!! Μπας και συνεννοηθούμε. Άρα το πάνω γέφυρα το δικό σας που το μεταφράζετε ως «την πατάω τη γέφυρα είμαι από πάνω της» και το κάτω γέφυρα το δικό σας που είναι «την περνάω από κάτω τη γέφυρα» (καλά τα είπα;), εμένα μπορεί να μου προκαλέσει έναν ανελέητο πονοκέφαλο και να με κάνετε και να χαθώ!! Για μένα τα πράγματα είναι απλά πάνω γέφυρα σημαίνει «ότι η γέφυρα είναι από πάνω μου, στο κεφάλι μου» και κάτω γέφυρα σημαίνει «ότι τη γέφυρα την πατάω, την έχω στα πόδια μου».

υ.γ. Εντάξει το ξέρω ότι δεν έπεισα κανέναν σας, ίσως μόνο λίγο τη δόλια μάνα μου που κάθε φορά που βρισκόμαστε μαζί στο αυτοκίνητο και έχουμε να περάσουμε γέφυρες και αρχικά μου λέει πώς να πάμε με το δικό σας τρόπο, την κοιτάω καλά καλά και την ρωτάω «δηλαδή η γέφυρα πού πρέπει να είναι για να πηγαίνουμε σωστά;" και μου απαντάει και συνεννοούμαστε!

υ.γ. 2 Μπορείτε άνετα να αναρωτηθείτε «μα καλά η γκόμενα πάει καθόλου καλά; Έχει ολόκληρη φιλοσοφία ζωής ακόμα και για τις γέφυρες;», για να σας απαντήσω πως δεν πάω καθόλου καλά, καρατσεκαρισμένο επίσης.

Παράδοξο νούμερο 2: Η αμφιχειρία
             Κάθε κανονικός άνθρωπος χρησιμοποιεί το ένα του χέρι περισσότερο από το άλλο. Οι δεξιόχειρες το δεξί, οι αριστερόχειρες το αριστερό και άντε να υπάρχουν και μερικοί που δε νιώθουν τόσο κουλοί με το χέρι που δε γράφουν. Αυτές είναι οι 3 κατηγορίες κανονικών ανθρώπων που έχει γνωρίσει αυτός ο κόσμος. Η 4η κατηγορία- μια κατηγορία από μόνη της είναι η Κίρχοφ. Να πω ότι είμαι δεξιόχειρας; Ψέμα θα ‘ναι. Να πω αριστερόχειρας; Ψέμα επίσης.
            Πάρε για παράδειγμα τι γίνεται στα τραπέζια που πηγαίνουμε και τρώμε. Αν δεν είναι επίσημα τα πράγματα οι δεξιόχειρες κρατάνε και πιρούνι και μαχαίρι με το δεξί (το βλέπεις εκεί που τρώνε που τα στοιβάζουν και τα 2 απ’τη μια μεριά) και οι καημένοι οι αριστερόχειρες έχοντας μάθει να στρώνε σωστά οι περισσότεροι κρατάνε το πιρούνι με το αριστερό και κόβουν με το δεξί. Η κατηγορία της τρελής, την οποία επάξια εκπροσωπώ με περισσή χαρά, κρατάει και το μαχαίρι και το πιρούνι με το αριστερό. Για να είμαι πιο σαφής, κρατάω το πιρούνι με το δεξί για να κόψω με το μαχαίρι στο αριστερό χέρι και μόλις κόψω, δίνω το πιρούνι στο αριστερό χέρι για να φάω κιόλας. Το αυτό συμβαίνει και με το κουτάλι, που ακόμα και το savoir vivre λέει ότι θα πρέπει να το κρατάμε στο δεξί, εγώ κι αυτό στο αριστερό.
            Θα μου πουν μερικοί, 24 έφτασες κοπέλα μου δεν έμαθες ακόμα να τρως σωστά; Ας εξηγηθώ λοιπόν. Δεν είναι ότι δεν προσπάθησα, δεν είναι ότι δε θέλω. Πάρε για παράδειγμα πριν κάτι χρόνια που βρισκόμασταν σε κάτι βαφτίσια είχα πάει μετά στο τσιμπούσι, επισημότητες κι έτσι, εκεί ακόμα και οι δεξιόχειρες ταλαιπωρούνταν οι άνθρωποι να κρατάνε το πιρούνι με το αριστερό, κάνανε να φάνε μια μπουκιά μισό αιώνα και λέω εγώ εντάξει μεγάλη κοπέλα είμαι πια ας φάω κι εγώ σωστά σαν άνθρωπος, ένεκα της επισημότητας του τραπεζίου δηλαδή. Έρχεται το λαχταριστό μπιφτέκι, εγώ κυρία δεν πέφτω με τα μούτρα, διατηρώ το επίπεδο, τα γέλια ήταν σε μορφή μικρού χαχανητού, ξέρεις με κλειστό το στόμα μη φαίνεται και το ρύζι που κόλλησε ανάμεσα στα δόντια, ούτε να σ’ακούει και το διπλανό τετράγωνο να έχεις χεστεί στο χάχανο, καταλαβαίνεις τώρα κομψότητα στο φουλ. Τι να κάνει και η δικιά σου κρατάει το μαχαίρι με το δεξί και να φιλοδοξεί να κόψει το μπιφτέκι, ώσπου ναι κυρίες και κύριοι έγινε ακριβώς αυτό που φαντάζεστε!! Εκτοξεύτηκε ο ομαδοποιημένος κιμάς εκτός του πιάτου μου, φαρδύς πλατύς στο τραπεζομάντιλο, με ηχητική υπόκρουση ήχο τσιριχτό και ανατριχιαστικό σαν αυτό που κάνει το μαχαίρι όταν έρχεται σύριζα με πορσελάνη, αι κυρίαι έντρομες κοίταξαν να δουν ποιανής έσπασε το νύχι, ώσπου είδαν την μπιφτεκάρα μου φαρδιά πλατιά να κείτεται στο άσπρο πάνλευκο τραπεζομάντιλο, μη έχοντας ακόμα φαγωθεί, άθικτο όπως το έπλασε η μάνα του. Θρήνος και οδυρμός.

υ.γ. Το ξέρω ότι καίγεστε να σας πω τη συνέχεια με το μπιφτέκι, εντάξει εγώ κυρία χαζοχαμογέλασα, γράπωσα με το πιρούνι, κρατώντας το στο αριστερό χέρι πάντα, το μπιφτέκι, το οποίο και ξαναπροσγείωσα στο πιάτο μου και αποφάσισα ότι καλύτερα να φάω ζερβά, αριστερά το πιρούνι, αριστερά το μαχαίρι, αλλά τουλάχιστον αναίμακτα, παρά να ακουστούμε στο άπαν σύμπαν και στο τέλος να μη φάμε κιόλα αυτό που το πας;

υ.γ. 2 Το αυτό παράξενο μου συμβαίνει επίσης με τα παλαμάκια που τα βαράω με το αριστερό χέρι, γιατί αν τα βαρέσω με το δεξί θα είμαι σαν καρτούν που του φεύγουν τα χέρια, με το ποδήλατο επίσης που δεν υπάρχει ουδεμία πιθανότητα στο εκατομμύριο αν κρατήσω το τιμόνι μόνο το δεξί χέρι να μη στουκάρω στο πρώτο δευτερόλεπτο (ενώ με το αριστερό μόνο σε πάω διαδρομές ως τη Χαβάη με μία ρόδα), με το αυτοκίνητο που γίνεται το μάλε βράσε όταν θέλω να φάω μια τυρόπιτα, μια μπανάνα, κάτι βρε αδερφέ, όπου εύχομαι να είχε 4 αριστερά χέρια, με το 1 να κρατάω το τιμόνι, με το άλλο να αλλάζω τις ταχύτητες, με το 3ο να κρατάω το φαί και με το 4ο να σκουπίζομαι κιόλας. Αλλά ένεκα που η φύση τα έπλασε έτσι τι να κάνεις; Και πώς να φάω μου λες; Που το τιμόνι άμα το κρατήσω με το δεξί θα προκαλέσω καραμπόλα. Άρα το τιμόνι με το αριστερό και το φαί με το δεξί. Που το δεξί δε βρίσκει το δρόμο για το στόμα με καμία κυβέρνηση, αλλά λέμε. Και οι ταχύτητες; Που είναι κι αυτές στο δεξί χέρι; Σκότωμα σου λέω σκότωμα. Ταχυδακτυλουργικά κάνω κάθε φορά για μια μπουκιά.

υ.γ. 3 Γράφω με το δεξί.

Ηθικό δίδαγμα: Κάθε φορά που έγραφα ξεκίναγα με το «ένας κανονικός άνθρωπος». Συμπέρασμα: υπάρχουν και άνθρωποι που δεν είναι κανονικοί.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Επέτοιοι


Το μόνο που με λυπεί είναι η απουσία σου.
Η ασυγκράτητη ορμή σου να αποδιώχνεσαι από το χειροπιαστό. Η αέναη μεταφορά σου στο άπειρο,δίπλα σ'αυτές τις κόκκινες παπαρούνες, διασπώμενος.

Το μόνο που με λυπεί είναι ο αργόσυρτος ήχος.
Αυτός που σέρνει τα παπούτσια σου από την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα και ξανά πίσω, μόνο και μόνο για να ξεδιψάσει την περιέργειά μου με λίγο τρεχούμενο νερό βρύσης. Και μετά να με αναιρέσει πάλι για την παραίσθησή μου.

Το μόνο που με λυπεί είναι η αγκαλιά σου που δεν άγγιξα.
Σαν ήρθα τα χαρμόσυνα νέα να σου πω. Αυτά που σαν τα άκουσες, δάκρυσες. Και είδα από τα μάτια σου να τρέχουν ποτάμια δάκρυα τα υπερήφανα συναισθήματά σου.

Το μόνο που με λυπεί είναι η χαρά που δεν προσέφερα.
Όσο απλόχερα ήθελα και αισθάνθηκα. Όσο ατελείωτη και αξεδίψαστη υπερπαραχέται από μένα. Όσο βαθέως εξιλεωτικά και δίχως σύνορα διαμοιράστηκε και διασκορπίστηκε για να πιάσει κάθε κομμάτι σου που περικυκλώνει τον κήπο μου και που δίνει στα λουλούδια μου τη μυρωδιά σου.

Το μόνο που με λυπεί είναι του πλήθους η μάζωξη.
Που δεν άφησαν μια καρέκλα αδειανή για να καθίσει το αίμα σου να με χειροκροτήσει όπως θα ήθελες.

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Εσύ


Εσύ. Τα μάτια σου είναι ένας ουρανός με αστέρια που κάθε τόσο πέφτει και ένα και πάντα κάνω μια ευχή: να βλέπω κι άλλα αστέρια να πέφτουν. Χάνομαι στο απροσδιόριστο των ματιών σου. Είναι άραγε ανθισμένη άνοιξη τα μάτια σου ή έχουν ακόμα το φως του ήλιου μετά τη βροχή και εγώ τα κοιτάζω μέσα από την ομίχλη;

Εσύ. Τα χείλη σου δάγκωσαν χθες ένα κομμάτι κόκκινο μήλο: προπατορικό το άμαρτημα των λαβωμένων χειλιών σου. Κάποιος ζωγράφος με συμμετρία άγγιζε με το δάχτυλό του νύχτες ολόκληρες το κύλο του χαμόγελού σου και αποτύπωσε με το αίμα του το πιο έντονο συναίσθημα: να χαμογελάς μπροστά στις δυσκολίες.

Εσύ. Οι επιτονισμένες λέξεις σα στρογγυλοί φθόγγοι ρέουν αργά από τη γλώσσα σου. Μέσα στη φωνή σου αγάπησα τον κόσμο: αυτόν που σε δημιούργησε κι αυτόν που δημιούργησες. Αν μπορούσα να διαλέξω ένα θάνατο θα ήταν αυτός: να ακούω τη φωνή σου να με κοιμίζει στην αιωνιότητα. Ήρεμα να πορευτεί κανείς προς το άπιαστο.