Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Υπόκειμαι

Υποψιάζομαι απουσίες, καθώς υποδέχομαι την άνοιξη. Κάποιος υποστήριξε κάποτε ότι την άνοιξη δεν την υπομένεις μόνος. Υπαινίσσεται το τοπίο κάτι που υπάρχει και δεν υπάρχει και υποφέρω και μόνο στη σκέψη της υπόνοιας της παντελούς απουσίας που υφέρπει το ξημέρωμά μου και τη νύχτα μου.  Δεν υπολόγισα σωστά καθώς υπαινίσσονται τα φαινόμενα, τις προθέσεις και τους στόχους σου, τα βέλη σου που πάντα υποδέχονταν το ένα το άλλο κατευθείαν στην καρδιά μου, δεν υπολόγισες κι εσύ το αίμα στο οποίο υπέβαλες τη μοίρα μου, υποτονικά να υπηρετεί κάθε σου όνειρο και ελπίδα και να υπομένει το ζυγό της σκοτεινής αδιαφορίας σου, της κυκλοθυμίας σου που μαζί με τους καιρούς, δεν υπολόγισε ούτε τα δικά μου συναισθήματα. Όσα υποσχέθηκες τις νύχτες, όσα υπαινίχθηκες τις μέρες, όσα υπηρέτησα με το αίμα μου, όσα δεν υποχώρησαν ακόμα κι όταν τα φαινόμενα υποδείκνυαν εμένα, δεν υπέπεσαν ποτέ στην αντίληψή μου ως το υποφαινόμενο τέλος που δεν υπολόγισα ποτέ να υπάρξει. Καρτερικά υπέμεινα τις αλλαγές και τα ξεχάσματά σου, υπόλογη ακόμα και στα σωστά δικά μου, υποτελής στις ορέξεις σου, υποταγμένη για μια ακόμα φορά στο τίποτα που ιδιοτελώς υπονόησα για αγάπη. Κι όλα αυτά τα υπό που υποθέτω δεν υποκαθίστανται ξανά, να υπολογίσεις πως κάποια μέρα θα υπερτερήσουν των όσων άλλων έζησες και θα υποταχθούμε ξανά μαζί στο αιώνιο που τόσο βαθιά και παρακλητικά υποσχεθήκαμε ο ένας στον άλλον.





29/03/2014 

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Αναμνήσεις

Αλλιώτικος καιρός. Καλοκαιρινός και μεθυστικός. Ο πολυπόθητος χαμένος ήλιος μάς επισκέπεται ξανά και μάς σκεπάζει τα ήσυχα μεσημέρια με πέπλο αόρατου φωτός και ζεστού ύπνου. Λουσμένο σε ήλιο σε πρωτοαντίκρυσα θυμάμαι, να ενδύεσαι ένα καλοκαιριάτικο ύφασμα, κρύβοντας απ'τα λάγνα μάτια μου τους σκληρούς γυμνασμένους σου μυώνες, που η αρμύρα τούς είχε σκεπάσει μια αλλιώτικη γεύση ναυαγίου και ο ήλιος τούς είχε κάψει ανεπαίσθητα και είχε ξανθύνει το λεπτό αντρικό σου στέρνο που τόσες νύχτες ένιωσα μέσα του, την καρδιά σου να χτυπάει γρηγορότερα, πάνω στο στήθος μου.Και ύστερα τα βαθιά γαλάζια μάτια σου σαν υδάτινη αποκάλυψη θαύματος άνοιγαν για να αντικρίσουν το χαμόγελο που μόνο εσύ ήξερες να φέρνεις στα χείλη μου.


Τα βράδια γυρνούσαμε αγκαλιασμένοι και λουσμένοι από έρωτα, κρατούσες την καρδιά μου και στα χέρια μου χτυπούσαν οι φλέβες στο ρυθμό του έρωτά σου. Θυμάμαι εκείνη την πανσέληνη νυχτιά στην ακρογιαλιά του Άη-Γιάννη που με κοίταξες κατάματα λίγο προτού με φιλήσεις ξανά στα μάτια, για να βεβαιωθείς πως ασφαλίστηκαν σ'αυτά όλες οι αναμνήσεις μου μαζί σου. Πώς θα γινόταν να ξεχάσω έστω και μισό δευτερόλεπτο που έζησα δίπλα σου, πλάι σου, μέσα σου;

Σε εκείνο το βράχο δίπλα στη θάλασσα μας, μυρίζω ακόμα το ιώδιο και το άρωμά σου. Γλυκιές αναμνήσεις, ονειρεμένες μυρωδιές που πάντα δυσκολευόμουν να ξεχωρίσω, ίσως γιατί είσαι κι εσύ ένα κομμάτι της θάλασσας, το πιο αλμυρό ίσως και το πιο υδάτινο γιατί πάντα ξεγλυστράς σα σταγόνα απ'τα χέρια μου όταν προσπαθώ να απλώσω μέσα σου τα δάχτυλά μου για να σε νιώσει η κάθε αίσθησή μου πιο κοντά.





27/03/2011

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Καινός

Και είπεν ο Θεός, σάρκα από τη σάρκα μου, αίμα απ’το αίμα μου. Και ήπιαν οι θνητοί το αθάνατο νερό της αιωνιότητας. Και ερωτεύτηκαν τον Παράδεισο με τις όμορφες κοπέλες, τα λουλούδια που ανθίζουν στην αιώνια άνοιξη, το μεθυστικό κρασί που παρέσυρε τους Ρωμαίους και εσένα που η σάρκα σου απ’τη σάρκα μου και το αίμα σου απ’το αίμα μου κυλάει ακόμα στις φλέβες. 

Και είπεν άλλοτε σε άλλες γραφές για την εικόνα και ομοίωση της θέωσης, μα τι μπορούν οι γραφές καλύτερα να σου πουν απ’τις εικόνες και τις ομοιώσεις των γυναικών αυτών που στα μάτια τους περιγράφηκε ο Παράδεισος όταν ενώθηκαν με τη σάρκα σου και το αίμα σου;

Και είπεν ο Κύριος των Ουρανών για το μεγάλο ύπνο που σαν κοιμηθείς λυτρώνεσαι και κατανυχτικά βαδίζεις προς την αιωνιότητα, ευλαβικά, στο χέρι κρατώντας λίγο έλαιο και άρτο, κρασί και χώμα, γιατί τα πεπερασμένα και τα εφήμερα στον κάτω κόσμο μάθαμε πως πρέπει να τα γλεντάς.

Και είπεν ότι αυτή εστί η βασιλεία των Ουρανών και έδωσαν οι ουρανοί ποτάμια δακρύων, χειμάρρους χαράς, θάλασσες συναισθημάτων αξέπλυντων, στιγματισμένων βαθιά στο δέρμα του ανθρώπου, παίρνεις μαζί τα γήινα που σε σημάδεψαν στο δέρμα το θνητό, σάρκα από τη σάρκα μου και όπως κυλάνε οι ουρανοί τα δάκρυά τους στα ίδια ποτάμια λούζεσαι για τελευταία φορά και πρώτη με αίμα απ’το αίμα μου.




                                                

14/11/2013

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Η λέξη

Ποιες λέξεις μπορούν τώρα να σε περιγράψουν; Ποιες σύντομες λέξεις; Ποια ζωή; Από ποια ταχεία περιγραφή να περάσω τη ζωή σου που έδωσε το αίμα της για να μεγαλώσω και να σου κρατάω σφιχτά το χέρι; Ποια λέξη μπορεί να σημαίνει όλα αυτά που περάσαμε μαζί; Ποια λέξη να πω τώρα, που απ’τα χείλη μου έσβησε μια για πάντα τη λέξη που σε προσφωνούσα πάντα, λέξη που έκλεινε μέσα της όση αγάπη μου πρόσφερες απλόχερα όταν με πήρες απ’το χέρι μικρό παιδί για να με πας στο σχολείο και με συμβούλευες να μη μιλάω σε αγνώστους και δε με άφηνες ποτέ μόνη στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, ακόμα και τα 2 στενά που μας χώριζαν ήθελες να τα περπατήσουμε μαζί, φοβόσουν μήπως το μόνο σου εγγόνι πάθει κάτι στο δρόμο, μήπως και οι φόβοι σου επαληθευτούν, φόβοι υψωμένοι εις το διπλάσσιο, επιβεβαιώνοντας την παροιμία «του παιδιού μου, το παιδί...».

Κι ύστερα είναι και οι περιπέτειες του φαγητού. Σαν μου έφτιαχνες 10 φαγητά τη μέρα, μήπως και δε μ’άρεσε κάποιο και με κυνήγαγες με το πιρούνι να φάω, μια μπουκιά για τη μαμά έλεγες, μια για τον παππού, μια και για σένα που μ’αγαπάς. Και τα Χριστούγεννα; Και οι Πρωτοχρονιές; Όλες στολισμένες απ’τα γεύματα που πρόσφερες απλόχερα στον κάθε ένα, το βασίλειό σου το νοικοκυριό και η περιποίηση των άλλων, πάντα οι άλλοι πρώτα, πάνω απ’όλα, κάθε τι παραπάνω να εξυπηρετηθεί, να περιποιηθεί όπως του αξίζει, να ξεκουραστεί κι ας κουραζόσουν τόσο εσύ. Κάθε 1η του χρόνου που κόβαμε τη βασιλόπιτα, κάθε χαρά μου που το φλουρί τύχαινε πάντα σε μένα, θες 5, θες 10, θες 15 χρόνια τέτοια τύχη να έρχεται σε μένα το φλουρί, μόνο εσύ θα μπορούσες να το κάνεις!

Και έπειτα τα χρόνια περνούσαν ώσπου συναντήσαμε πρώτη φορά το θάνατο, το θάνατο εκείνο που σε βύθισε,που σε κράτησε μακριά απ’τον κόσμο, απ’τον εαυτό σου. Τα χρόνια που πέρασαν και μας έδεσαν κι άλλο μαζί, εγώ να κοιμάμαι στο διπλανό σου δωμάτιο, να σου κρατάω παρέα, να ξυπνάμε μαζί και να κοιμόμαστε μαζί, να σου λέω να μου χαμηλώσεις λίγο την τηλεόραση για να μπορώ να κοιμηθώ κι εσύ να την σιωπάς για χάρη μου και να την παρακολουθείς στο αθόρυβο, στο αμίλητο, ίσα ίσα να βλέπεις τις εικόνες να αλλάζουν όσο σιδέρωνες τα ρούχα μου μπροστά της.

Θα ήταν τότε που τέλειωσα το πανεπιστήμιο και σου αφιέρωσα το πτυχίο μου με δάκρυα στα μάτια και εσύ χαμογέλασες και ύψωσες το ποτήρι σου με το κρασί και με φίλησες γεμάτη από χαρά. Κι αν δε σου άξιζε εσένα αυτό το πτυχίο; Εσένα που κάθε φορά που ερχόμουν να δώσω μάθημα μου ευχόσουν να τα γράψω όλα τέλεια «να τα βλέπεις σαν να έχεις μπροστά σου το βιβλίο» μου έλεγες, κι εγώ κάθε φορά που αρίστευα για να σε ευχαριστήσω, να με αγκαλιάζεις, να με φιλάς και να μου δωρίζεις τον κόσμο. Σε κάθε επιτυχία μου έσπευα να στην ανακοινώσω πρώτη, άλλωστε απ’ του παιδιού σου το παιδί οι επιτυχίες μετριούνται πάντα διπλές και η χαρά είναι πάντοτε διπλή.

Και τα χρόνια πέρασαν κι εσύ βυθιζόσουν κι άλλο στον κόσμο, στον κόσμο που δεν κατάφερα εξαρχής να καταλάβω, να προλάβω, να σώσω, να περισώσω έστω ό,τι μπορούσα. Και η μοίρα με έστειλε στην Αγγλία και εσένα στους έμμονους φόβους σου ότι το παιδί κάτι έπαθε, κάτι του συμβαίνει, λες και το σύμπαν σου ολόκληρο τριγύριζε μόνο γύρω απ’τη δική μου έννοια. Και ο χρόνος πέρασε και όταν γύρισα να σε αντικρίσω, κατάλαβα. Κατάλαβα πως έπρεπε να τρέξω, να προλάβω, να σώσω, να περισώσω έστω ό,τι μπορούσα. Άρχισα να διαβάζω μανιωδώς, να ψάχνω, να βρίσκω λύσεις, να έρχομαι σε επαφές. Σου ανακοίνωσα πως για σένα θα ξεκινήσω καινούργιες σπουδές, θα τις αφιερώσω όλες σε σένα και το έκανα. Ερχόμουν κάθε φορά να σου πω τα νέα μου και κάθε φορά τα άκουγες σαν να ήταν η 1η φορά και κάθε φορά χαιρόσουν σαν να ήταν η 1η φορά. Και τα χρόνια πέρασαν κι εγώ τελικά κατάλαβα, βρήκα τον τρόπο, βρήκα τη λύση, όχι να σε σώσω, αλλά να περισώσω έστω ό,τι μπορούσα, μα δεν πρόλαβα. Ό,τι ήταν να γίνει έγινε πριν προλάβω. Είδα. Κατάλαβα. Μα δεν πρόλαβα. Κι εσύ βυθισμένη στον εαυτό σου, κάθε φορά που σε ρωτούσα να μου πεις για τα παιδιά σου, έλεγες το δικό μου όνομα, το δικό μου όνομα για παιδί σου, γιατί του παιδιού σου το παιδί...

Και τα μάτια έκλεισαν. Ταξίδεψε η ψυχή σου. Ηρέμησε. Γαλήνεψε, ένα όμορφο ηλιόλουστο απόγευμα του Σεπτέμβρη, την ώρα που εγώ και το παιδί σου γαληνεύαμε μαζί, ήρθες κι εσύ, να ξεκουραστείς μαζί μας. Ήρθες να μας βρεις την ώρα που ηρεμούσαμε κι εμείς, να ηρεμήσεις την ψυχή σου δίπλα μας και δίπλα στη θάλασσα, που σε πήρε, που μας παίρνει όλους,που θα μας ταξίδεψει μια μέρα και θα βρεθούμε και θα ‘ναι όλα όπως όταν ήμουν μικρό παιδί,που απ’το χέρι με κράταγες για να με πας στο σχολείο, που μου μαγείρευες του κόσμου τα φαγητά και που κάθε χρόνο τύχαινες σε εμένα το φλουρί για να χαρώ. Ποια λέξη να σε περιγράψει όταν έσβησε απ’τα χείλη μου το όνομα σου, γιαγιά;


24-09-2013

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Άνθρωποι

Με ρωτάς γιατί. Γιατί απλώνω το χέρι στο χώμα. Γιατί το αφήνω να περάσει μέσα απ’τις παλάμες μου, τα ακροδάχτυλά μου, το νερό. Γιατί τον κρατάω τον αέρα στη χούφτα μου και τον ανασαίνω τα βράδια με λυγμούς και με ζεστές αγκαλιές παρηγοριάς- λόγια ανέφικτα μπορεί, μα που θα φέρουν ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη. 

Με ρωτάς γιατί. Γιατί προσφέρω γιασεμιά σε κήπους που μαράθηκαν, γιατί δε στρέφω το βλέμμα μου αλλού, στους καθρέφτες του κόσμου που έχτισαν για να αυτοθαυμάζονται οι εγωισμοί και να ξεχνιούνται οι προθέσεις. 

Με ρωτάς γιατί. Γιατί θα περάσει έστω και σε λεπτά λιγοστά η σκέψη του χαμένου παραδείσου, η αγωνία της επανάκτησής του, η λαχτάρα για να συμβάλλει η ύπαρξή μου σα στυλοβάτης στα όνειρα που μισογκρεμίστηκαν και χάλασαν. 

Με ρωτάς γιατί. Γιατί ενώ πέρασα απ’τον ωκεανό ξαναγυρίζω. Γιατί ενώ με ξέβρασε η θάλασσα, θέλω να επιστρέψω μες τη φουρτούνα της. Γιατί ενώ σώθηκα απ’του ήλιου το κάψιμο δε βυθίζω το κεφάλι μου στο βυθό της μοναξιάς μου. Γιατί όσο και αν φουντώνει ο αέρας της απάθειας, τα μαλλιά μου δεν κουνιούνται στους ρυθμούς του. Γιατί δεν αγνοώ, δεν περιφρονώ, δεν καταδικάζω στη μοίρα τα χέρια που μου απλώνονται για να σωθούν απ’τις αντάρες. Ίσως γιατί ξέρω ότι ο άνθρωπος είναι απλώς ένα ζώο. Ένα ζώο που μπορεί να κοιτάζει ουρανό, αλλά πατάει στις λάσπες. Κι αυτές τις λάσπες χρειάζεται πολύ νερό για να ξεπλυθούν.




14/09/2013

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Καλοκαίρια

Με ρωτάς γιατί μ'αρέσει το καλοκαίρι.
Γιατί το καλοκαίρι κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί μ'αρέσει να μυρίζω τα λουλούδια και να χαϊδεύω το χώμα.
Γιατί η ζωή είναι όπως το χώμα, όσο την κρατάς σε λερώνει και χρειάζεσαι το νερό της θάλασσας για να ξεπλυθείς, όσο περισσότερο συνδέεσαι μαζί της τόσο πιο εύκολα προσαρμόζεις το άγγιγμά σου στο θνητό που θα σε πιει, γιατί η ζωή κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί μ'αρέσει να γεύομαι την αλμύρα της θάλασσας απ'τα χείλη σου.
Γιατί το όνομά μου στα επιτονισμένα χείλη σου έχει μια γεύση αλμύρας και ένα τονό χαράς, θαρρείς πως χορεύουν οι συλλαβές στο πέρασμά τους, αλήθεια εκείνη τη σταγόνα νερού θέλω να την γευτώ απ'τα χείλη σου γιατί η αλμύρα του ονόματός μου κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί τα δειλινά μελαγχολώ γλυκά και βυθίζω το κορμί μου στη θάλασσα μέχει να δω τον ήλιο σου να δύει.
Γιατί το βύθισμά του ήλιου σου μες τη θάλασσά μου, όσο κρατάει το φιλί σου στα χείλη μου, όσο μου παραδίνεσαι πριν μου κρυφτείς και πάλι, όσο φως μου προσφέρεις για να με κάνεις να ξεχάσω τα λάθη μου κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί τις νύχτες ξαπλώνω το κορμί μου στα βότσαλα και κοιτάω τ'αστέρια.
Γιατί ο ουρανός που μας χαρίστηκε όσο απέραντο τον βλέπουν τα μάτια σου, όταν τον αντικρίζεις με τα αστέρια του κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί το λευκό μου φόρεμα το κρατάω μόνο για σένα.
Γιατί το λευκό στον κόσμο τούτο κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί μ'αρέσει η σιωπή το ξημέρωμα.
Γιατί η σιωπή σου διαβάζεται με μάτια κλειστά και ο ήχος της φωνής σου μπερδεύεται με τον αέρα του καλοκαιριού, δε θυμάμαι αν άκουσα καλά τα λόγια σου, νομίζω μου είπες μ'αγαπάς καθώς ανέτελε ο ήλιος, συγχώρεσέ με σου ψιθυρίζω που μετέφρασα την επιθυμία μου για δική σου, αλλά η σιωπή στον κόσμο τούτο κρατάει λίγο, σου απαντώ.

Με ρωτάς γιατί το φθινόπωρο δε θέλω να ζω.
Γιατί για όλους εμάς που έχουμε ζήσει το σκοτάδι, δεν αντέχουμε ούτε το μικρό σύννεφο που θα σκεπάσει τον ήλιο μας, σου απαντώ.

07/07/2013

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Εν τάχει

Ο δρόμος του γυρισμού ήταν άραγε τόσο μακρύς που έπρεπε να τον διασχίσεις μοναχός σου; Πέρασες από διάβατους δρόμους, άσφαλτα συναισθήματα ή μήπως λερώθηκαν τα παπούτσια σου με το κόκκινο της χωμάτινης συνείδησης; Όσα παρέλειψες να ζήσεις μαζί μου σε ποιο τρένο που δε θα ανέβουμε μου ζητάς να σου πω εν τάχει;


Λέγεται ποτέ η ζωή περιληπτικά, μπορείς να συμπτύξεις το λάγνο συναίσθημα, το δέσιμο των δαχτύλων, τα άστρα από όπου έπεσα κρυφά για να κάνω το χατήρι στην ευχή μου, μπορείς να συμπτύξεις το μόχθο στα εργοστάσια της λήθης που δούλευαν μέρα-νύχτα, αδιάκοπα, για να περάσει στη σφαίρα της ανυπαρξίας το πολυπόθητο όνομά σου;


Δε λέγονται καλέ μου στο πόδι όσα έδωσαν αίμα στο σώμα σου να ζήσει, δεν περιλαμβάνονται στα "γρήγορα", όσα βασανιστικά αργά πέρασαν από πάνω σου αφήνοντας τη σφραγίδα τους αποτύπωμα στο θνητό όνομά σου. Μη μου ζητάς λοιπόν να σου διηγηθώ περιληπτικώς, συνοπτικώς και εν τάχει την ιστορία μου που δεν έζησες. Πες πως μέχρι να ξαναρθείς εγώ ήμουν νεκρή.


Μάιος 2013