Άδειο το τραπέζι
μόνο εσύ κι εγώ να αναμετρηθούμε έχω αγοράσει όλα τα υλικά που χρειάζονται αυτή
τη φορά δεν ξέχασα τίποτα ούτε να στάξω λίγη αγάπη παραπάνω να καταλάβεις
επιτέλους τι είμαστε ούτε να φοβηθώ να σε δεχτώ ολόκληρο ούτε κι εσύ να με
αρνηθείς πλάθω πλάθω συνέχεια ιστορίες γράφω για σένα και για εμάς για μένα
ποτέ δεν είμαι εγώ η πρωταγωνίστρια σου είπα ή μάλλον εσύ το είπες ήξερες καλά
τι ρόλο παίζεις στις ζωές των ανθρώπων δεν ξέρω για τους άλλους ανθρώπους δε
θέλω να μάθω για τους άλλους ανθρώπους μη μου μιλάς για τους άλλους ανθρώπους
εγώ ξέρω μόνο ότι πρέπει να συνεχίσω να σε πλάθω στα χέρια μου να σε νιώθω να διασπάσαι
στα δάχτυλά μου αν τύχει κάποιο κομμάτι σου –απροσεξία δικιά μου- και πέσει με
λεπτομέρεια και σαφήνεια θα το ξαναπάρω στα χέρια μου δε γίνεται να
αποσυντίθεσαι έτσι πρέπει κάθε κομμάτι σου να υπάρχει εκεί ανέπαφο φτιάχνω
παράλληλα τις γεύσεις που θα σε μαγέψουν ρίχνω λίγο μπαχάρι μόνο ίσα για τη
γεύση δε θέλω να σε αποπλανήσω θέλω συνειδητά να ξέρεις πού κατευθυνόμαστε πια
δε θέλω να είναι όνειρο που σκέφτηκες αλλά η πιο δικιά μας πραγματικότητα
προσέχω πολύ τις λεπτομέρειες και τις δοσολογίες τι κουβέντες θα σου πω μη
στάξει παραπάνω το λεμόνι και φύγει η γλύκα μέχρι πού με παίρνει να σε κοιτάζω
όταν βρίσκονται και άλλοι στο δωμάτιο πόσο μπορώ να χαμογελάω χωρίς να μου
χυθεί η μαγιά ακόμα την φτιάχνω με λεπτομέρεια προσέχω πολύ δεν αντέχεται άλλο
λάθος τα υλικά τελειώνουν δε γίνεται να ξαναφτιάξεις κάτι από την αρχή όταν
πλέον θα είναι χαλασμένο για πάντα πρόσεξα πολύ αυτή τη φορά τι υλικά να
αγοράσω διάλεξα τα καλύτερα λόγια μου να σου αγοράσω τα πιο αληθινά αυτά που
ποτέ δε θα μπορέσω να σου πω γι αυτό στα γράφω λες και η φωνή ξεχωρίζει τι
είναι αληθινό και τι όχι διάλεξα με μεγάλη προσοχή να μη μαραθούν οι πράξεις
μου να διατηρηθούν στο ψυγείο για να μπορέσω να τις χρησιμοποιήσω κι αύριο και
όσο σε συνθέτω τόσο δεν καταλαβαίνω την κατασκευή σου δεν προσπαθώ να σε
αναλύσω πια δε με ενδιαφέρει να μάθω τι είναι αυτό που σε κάνει τόσο
διαφορετικό μου αρκεί που είσαι σε περιχύνω με μυρωδικά και αρώματα σε λούζω
στο σεληνόφως αργά να ρέει το νερό ανάμεσα από τα ακροδάχτυλα να γλιστράνε τα
συναισθήματα να τα νιώθω απαλά στα χέρια μου τα σημάδια από τα λόγια σου πια να
μη με χτυπάνε στο στήθος οι λέξεις να σε ποτίσω κόκκινο κρασί δίπλα από τη
θάλασσα να γεύομαι από τα χείλη σου πάντα έτσι δοκίμαζα τα πράγματα εγώ από τα
χείλη σου για να είμαι σίγουρη ότι θα μ’αρέσουν λίγο λάδι χρειάζεται ακόμα θα
βοηθήσει στο ψήσιμο μου έλεγαν οι παλιότεροι ακούω πάντα τους παλιότερους
ξέρουν αυτοί από αγάπες κι από έρωτες και δίπλα από μένα στο τραπέζι υπάρχει
ένα ρολόι να μου μετράει πόσο πρέπει να περιμένω όσο ετοιμάζεσαι να με
υποδεχτείς θα ‘ναι σήμερα θα ‘ναι αύριο μόνο μην αργείς πολύ γιατί καίγονται οι
καρδιές των ανθρώπων μετράει το ρολόι αντίστροφα και περιμένω υπομονετικά πού
και πού κοιτάζω από το τζάμι να δω μήπως έρχεσαι αν είσαι έτοιμος ακόμα βλέπω
πως πλησιάζεις αλλά δεν είσαι ακόμα έτοιμος βλέπω την όψη σου να αλλάζει να
ενδύεσαι χαμόγελα αλλά περιμένω το σωστό χρόνο όχι όχι τώρα όχι ακόμα πρέπει
πρώτα να είσαι σίγουρος να ξέρεις τι θέλεις να είσαι έτοιμος όταν θα βρεθούμε
δε θέλω τα ημίμετρα ή ολοκληρωτικά δικός μου ή καθόλου δεν ανεβάζω τη φωτιά στη
σωστή θερμοκρασία είσαι ίσα που σε ζεσταίνει η ανάσα μου δεν έρχομαι πιο κοντά
από φόβο μη σε κάψω δεν απομακρύνομαι όμως περιμένω υπομονετικά να είσαι
έτοιμος το ρολόι ακόμα χτυπάει αργοί οι χτύποι του αλλά εγώ είμαι εδώ δε σ
αφήνω από τα μάτια μου ξέρω λίγο να αποστρέψεις το κεφάλι σου αλλού κι όλα
χάνονται δεν είναι καιροί αυτοί για να μη δίνεις σημασία πρέπει να προσέχεις
και να προστατεύεις ό,τι θεωρείς πολύτιμο δε σε χάνω από τα μάτια μου μη
φοβάσαι μόλις θα είσαι έτοιμος θα το καταλάβω θα έρθω προσεκτικά εγώ να σε
προϋπαντήσω μη βιάζεσαι θέλω να ξέρεις τι είσαι πρόθυμος να κάνεις και μετά και
μετά ίσως δοκιμάσω επιτέλους από τη γεύση παραδείσου ίσως δω τελικά την αναμονή
μου να άξιζε την προσπάθεια ίσως όλη αυτή η προετοιμασία να με ανταμείψει στο
τέλος δεν έχω μυστικά αλήθεια δεν έχω στην είπα όλη τη συνταγή μου με
λεπτομέρειες δεν έκρυψα τίποτα δεν απάντησα σ’όλα τα ερωτήματα μου λες μα είναι
και δικιά μου αυτή η απορία δεν έχω απάντηση να δώσω ποτέ μου δεν κατάλαβα
τελικά από τι υλικό είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι που ερωτευόμαστε;
Σάββατο 27 Ιουνίου 2015
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015
Το απροσδιόριστο
Και δύο άνθρωποι που έζησαν κάποτε μαζί και τώρα χώρισαν οι δρόμοι τους τι είναι άραγε; Φίλοι; Παλιοί εραστές; Το απροσδιόριστο. Κάποτε πίστευα στο απροσδιόριστο. Στο μη ορισμένο. Που δεν πιάνεις ούτε τη μια άκρη του νήματος, ούτε την άλλη. Που είσαι ακόμα στον αέναο κύκλο της περιστροφής. Μα για να είσαι φίλος με τον άλλον πάει να πει ότι ολοκληρωτικά τον ξεπέρασες. Αφού ακόμα πιστεύεις στο απροσδιόριστο λοιπόν, αφού ακόμα η κλίση σου δεν είναι σαφής, αφού ακόμα γυρνάς στους κύκλους σου χωρίς να έχεις επιλέξει στρατόπεδο, δεν είσαι φίλος, δεν είσαι στον κύκλο, δεν είσαι στο απροσδιόριστο. Όχι, όχι δεν πιστεύω πια στο απροσδιόριστο. Προσδιορισμένο είναι και σαφές: εν δυνάμει μαζί. Βγες απ'τον κύκλο σου. Στη γωνία σε περιμένω πάλι.
19/02/2015
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014
Η τελευταία μέρα του κόσμου
Τις μέρες και τις νύχτες κράτησέ τες εσύ. Μόνο δώσε σε μένα την τελευταία νύχτα του κόσμου, το τελευταίο φως, το τελευταίο ηλιοβασίλεμα για να το ζήσουμε μαζί. Θα σε πάω σε κατάλευκο νησί με εκκλησιές σε κάθε γωνιά του, να το σεργανίσουμε όλο, σε κάθε εκκλησιά να μπαίνουμε και να ανάβουμε ένα κερί- κι ας μην πιστεύουμε- έτσι, γιατί ο θεός μας γνώρισε σ'αυτή τη ζωή, δεν αξίζει κι αυτός το δώρο του; Κι ύστερα να κολυμπήσουμε στα ζεστά νερά του ωεκανού- το Ιόνιο με τις πρασινάδες το αγαπημένο σου- εξωτική ομορφιά έλεγες πάντα, σε ταξιδεύει αλλού- κι ας αγαπούσα πάντα την ξέρα του Αιγαίου περισσότερο-ερημικός άνθρωπος εγώ, την ερημιά θα αγαπούσα, την πέτρα, το θυμάρι, τον ήλιο που καίει το απομεσήμερο, εκείνα τα ξερόχορτα που μάταια υψώνονται δε θα πιάσουν ποτέ ουρανό. Τι έλεγα; Α ναι. Για το σεργιάνι μας. Θα περπατάμε σε όλα τα δρομάκια, τα στενά, σε κάθε γωνιά θα σταματάμε για φωτογραφίες, σε 1-2 βρισκόμαστε μαζί, καιρός να βγούμε κι άλλες, μην πάει το ταξίδι χαμένο, να το τάξουμε τάχα στην αιωνιότητα, να μας θυμούνται και μετά το θάνατό μας να λένε "να είδες; Αυτοί αγαπήθηκαν κάποτε τόσο που πέθαναν μαζί" κι έτσι θα το πιστέψουμε κι εμείς το ψέμα μας- θα πιστέψω κι εγώ πως μ'αγάπησες κι ας ξέρω...
Τις θάλασσες του κόσμου κράτησέ τες εσύ. Μόνο δώσε σε μένα την πιο γαλάζια και ζεστή θάλασσα να την κολυμπήσουμε μαζί. Σε πόσες και πόσες θάλασσες δεν κολυμπήσαμε εξάλλου; Παίζοντας πρώτα στις αμμουδιές λίγες ρακέτες, δεν ήξερες όταν σε πρωτοσυνάντησα, έμαθες μετά για να με εκπλήξεις, για να έχουμε πράγματα να κάνουμε οι δυό μας, να παθιαζόμαστε για τα πάντα, μέχρι και γι αυτό το αεικίνητο μπαλάκι που δε μας έπεφτε κάτω ποτέ, σου πέταγα εγώ την αγάπη μου κι εσύ μου την γυρνούσες πίσω δυνατά, έτρεχα εγώ μέσα στις θάλασσες, στα βότσαλα, υψωνόμουν και προσκύναγα για να την πιάσω ξανά και να στην ξαναπετάξω πίσω, κι όσο κι αν έλεγες εσύ πως δεν την ήθελες, σε έβλεπα- τι δε σε έβλεπα νομίζεις;- με τι κόπο πολέμαγες να μην την χάσεις; Και αυτές οι θάλασσες με σώματα γυμνά γιατί μας άρεσε πάντα να νιώθουμε το νερό λυτρωτή στα σωθικά μας, να μας εξαγνύζει αυτός ο δαίμων του νερού, να μη μένουνε οι αμαρτίες μου- που σ'αγάπησα τόσο και οι δικές σου αμαρτίες- που μ'απαρνήθηκες, ασυγχώρετες. Και να βουτάμε στα γαλανά νερά και να γελάμε σαν παδιά που για πρώτη φορά κατάλαβαν τον έρωτα. Να μη θέλουμε να βγούμε, γιατί ο χορός της θάλασσας είναι πάντα ενωτικός, στο νερό ξέρω πως δε θα σε χάσω ποτέ, δεν μπορείς να μου γλιστρήσεις, μόνο να εφάπτονται τα σώματά μας δέρμα με δέρμα, νερό με νερό, σταγόνα με σταγόνα, αλάτι με αλάτι, τα μάτια σου μπλε με το αιώνιο.
Τα δίκαια όλα κράτησέ τα εσύ. Μόνο δώσε σε μένα το δικαίωμα να σ'αγαπάω κι ας με διώχνεις κι ας με απορρίπτεις κι ας με παίζεις κι ας μη με εμπιστεύεσαι κι ας με αγνοείς. Το δικο μου δίκαιο ότι σ'αγάπησα χωρίς αύριο, χωρίς χθες, χωρίς καν σήμερα δε θα μου το πάρεις. Ούτε εσύ, ούτε κανένας. Γιατί τα βράδια που έλεγες όχι, τα πρωινά που με απέφευγες, τα λόγια σου τα ορισιτικά τελειωτικά (τάχα) εγώ έκανα πως δεν τα άκουσα κι ας με πονούσαν. Κι ας με τρυπούσαν στις φλέβες για να παγώσουν το αίμα μου, εγώ έμεινα εκεί. Πηνελόπη στους αιώνες- όχι για σένα Οδυσσέα μου- ποτέ για σένα- για μένα το έκανα. Για να δεθώ με το συναίσθημά μου, για να νιώθω ζωντανή, για να ευχαριστιέμαι το δικαίωμα του να προσφέρω χωρίς ανταλλάγματα, για να γίνοναι εγώ καλύτερη.
Τους έρωτες όλους κράτησέ τους εσύ. Όσους έζησες πριν από μένα και μετά από μένα, με ανώφελους ανθρώπους που όλοι με ζήλευαν πάντα- έλεγες ποτέ δεν κατάλαβες το γιατί- εκείνοι όμως ήξεραν. Τον άνθρωπο που τον κλείνεις απέξω κι όμως εκείνος σε περιμένει στο κεφαλόσκαλο είναι εχθρός που δεν μπορείς να τον παλέψεις. Ζώνεται με εκρηκτικά και περιμένει να τινάξει τον έρωτά σου στον αέρα. Την ευκαιρία ψάχνει και η υπομονή του είναι ο μεγαλύτερος του σύμμαχος. Αυτό που ποτέ κανείς δε θα μπορέσει να πολεμήσει. Γιατί ξέρουν ότι κανείς δε σ'αγάπησε όσο εγώ, γιατί κανείς δεν υπέμεινε όσο εγώ, γιατί κανείς δε σε δικαιολόγησε όσο εγώ, γιατί κανείς δε σε άντεξε όσο εγώ. Μόνο τον τελευταίο έρωτα κράτησέ τον για μένα. Να σου δείξω επιτέλους τι σημαίνει να είσαι ερωτευμένος, πραγματικά ερωτευμένος με κάποιον. Στο σημείο που κανένας και τίποτα δε θα μπορέσει να σε κάνει λιγότερο ερωτευμένο. Στο σημείο που το μηδέν συναντάει το άπειρο και οι τροχιές μας τρέχουν σε ευθείες συνεχιζόμενες γραμμές καθώς τέμνονται στο απόλυτο. Στο σημείο που σε κοιτάω στα μάτια σα να μην υπάρχει άλλος κόσμος παρά μόνο εσύ, λες κι όλος ο κόσμος κλείστηκε στα γαλανά σου μάτια κι εγώ τρέφομαι μόνο απ'την παρουσία σου. Στο σημείο που η ελευθερία μου κι η ελευθερία σου αλληλοκαλύπονται απ'την ανάγκη του να ζούμε μαζί, να αναπνέουμε μαζί, να ταξιδεύουμε μαζί, να τρώμε μαζί, να γελάμε μαζί.
Κράτα εσύ τον κόσμο όλο. Μόνο δώσε σε μένα τον εαυτό σου.
30/12/2014
Τρίτη 15 Ιουλίου 2014
Παιγνίδι μας
Υποκύπτεις και
απέχεις. Απομακρύνεσαι και λυτρώνεσαι θαρρείς, κρατάς τις αποστάσεις σου,
δένεσαι εκ του ασφαλούς, αλλά εξακολουθητικά, ελέγχεις νομίζεις και χαίρεσαι να
νικάς παιγνίδια. Επιμένω και υπομένω. Περιμένω τη στιγμή, κατασκοπεύω και
συγκρατούμαι, δεν αναλώνομαι, δε διαμοιράζομαι, δεν επικοινωνώ. Δε σε
επικοινωνώ. Ό,τι δε συζητάς γι αυτό είναι σα να μην υπάρχει. Αγνοώ την αίσθηση
που μου προκαλείς, παραμερίζω και εξακολουθώ, δεν αναμετριέμαι με το βάθος σου,
δεν αναλύω τις προθέσεις σου, δεν ψυχογραφώ τις αντιδράσεις σου, δε σε
καταλαβαίνω, μα σε αντέχω. Έρχεσαι, φεύγεις, με δοκιμάζεις και συνεχίζεις, με
θες από μακριά, μου παραδίνεσαι, χωρίς να με εμπιστεύεσαι, σε βυθίζεις, σε
χάνεις, με φοβάσαι, οχυρώνεσαι, διατηρείσαι, δεν εφάπτεσαι, αναγεννιέσαι. Και
ανακυκλώνεις. Και ανακυκλώνεσαι.
Έρχεσαι, φεύγεις, με δοκιμάζεις και
συνεχίζεις, με θες από μακριά, με θες από κοντά, μου παραδίνεσαι, δεν
αντιστέκεσαι κι ας αντιστέκεσαι, χωρίς να με εμπιστεύεσαι, εκμυστηρεύεσαι,
ρωτάς, με αναλύεις, αδιαφορείς, σε βυθίζεις, σε χάνεις, με φοβάσαι, οχυρώνεσαι,
διατηρείσαι, εφάπτεσαι όταν δεν εφάπτεσαι, συγκρατείσαι και υπερπαρέχεσαι,
αναγεννιέσαι. Δεν αναλύω και με κατηγορείς, δεν επανέρχομαι και με
καταδικάζεις, δεν αγωνιώ και θυμώνεις, δεν επιστρέφω στα λάθη μου και
εντυπωσιάζεσαι, δεν αυτοαναιρούμαι και καραδοκείς, δε συγκρατούμαι και δε
διαχειρίζεσαι, δεν υπερπαρέχομαι και αφουγκράζεσαι, δε διασπώμαι και
εμπιστεύεσαι, δεν αλλάζω και με καταλαβαίνεις. Συζητάς και απομακρύνεσαι, σε
καλύπτεις πίσω από λόγια και αποστάσεις, σε δημιουργείς εκ του μηδενός, σε
αλλάζεις στα φαινόμενα, σε διατηρείς στην ουσία, σε αποσυνθέτεις και σε
επανασυνθέτω με ακρίβεια, σε αυτοαναιρείς και σε επιβεβαιώνω σε κάθε λέξη, σε
περιορίζεις και σε διακρίνω, σε απομακρύνεις και σε αναμένω, σε παρέχεις και σε
χειρίζομαι, σε στροβιλίζεις και σε αντέχω.
Συνεχίζουμε;
15/07/2014
Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014
Εξομολογήσεις
Θαυμάζω σε σένα
το θάρρος σου.
Να στέκεσαι
ακίνητος και να κοιτάς πάντα ψηλά, σα να κέρδισες κάτι, σα να σου ανήκει το
σύμπαν ολόκληρο, ο ουρανός απόκτημα δικό σου, σαν το αδιευκρίνιστο του ύψους να
είναι γη σου και πατρίδα. Κι αυτός ο κομπασμός του λόγου σου- θεέ- με πόσο
μίσος ποδοπατάς τις φράσεις, τις λέξεις, τις συλλαβές και τα φωνήεντα όταν
παρεκκλίνουν από την επιθυμία της στιγμής σου, λες και ο κόσμος τάχθηκε όλος
υπέρ της δικής σου ικανοποίησης.
Θαυμάζω σε σένα
την απόστασή σου.
Την ανελέητη
αυτή απόσταση που αφήνεις ανάμεσα μας να περνάει ο χρόνος, λες και θα πρέπει να
υπάρχει κάτι ανάμεσα, λες και τα σώματα δεν εφάπτονται το ένα κολλητά με το
άλλο, λες και θες να γεμίσεις το συμπαγές συναίσθημά μου με αεροδιάλυτους
συναισθηματισμούς παρελθόντος, που ξενίζουν και απομακρύνουν, θαρρείς πως το
παρελθόν μεταξύ μας θα ξεγράψει το όποιο μέλλον, ξεχνώντας ότι η ιστορία δένει
τους ανθρώπους, δεν τους απομάκρυνε ποτέ.
Θαυμάζω σε σένα
την κυκλοθυμία σου.
Το πόσο εύκολα
μετατρέπεις ένα σ’αγαπώ σου σε καθημερινή λέξη, λες και τα γράμματα που χρησιμοποιείς
για να προφέρεις δεν έχουν στοιχειωθεί από το βάρος της αλήθειάς σου, λες και
ξέρεις τελικά να προσπερνάς ανθρώπους- αν θα μπορούσες βέβαια να το ονομάσεις
αυτό προσπέραση, ξεχνάς ότι για να περάσεις κάποιον πρέπει να τον βλέπεις να
κινείται κι αυτός, αλλιώς τι σόι προσπέραση είναι αυτή στο ακίνητο; Μα μετακινείται
ποτέ το άφθαρτο; Το αιώνιο; Μπορείς να μπεις μπροστά από τους στυλοβάτες ή
μήπως πίσω τους, μπορείς αλήθεια να ηγηθείς ή να ακολουθήσεις ό,τι ριζώνει εδώ
σταθερό και αμετάκλητο και σε αναμένει στους αιώνες να αλλάξεις πάλι τη γνώμη
σου και να ξαναπροφέρεις το σ’αγαπώ σου σαν την πιο ιερή φράση του κόσμου;
Θαυμάζω σε σένα την
υπομονή σου.
Ή μάλλον όχι.
Δεν είναι υπομονή αυτό. Είναι άγνοια. Παντελής και εξ’ολοκλήρου καθηλωτική
άγνοια της ευτυχίας που σε περιμένει να σου παραδωθεί άνευ όρων και
ολοκληρωτικά, που εσύ για τους δικούς σου ανεξερεύνητους και ανεξήγητους λόγους
καθυστερείς να βιώσεις, ίσως γιατί το δικαίωμα στην ευτυχία το έχουν λίγοι-
θυμάμαι μου είπες- και θεώρησες τάχα τον εαυτό σου κομμάτι κάποιας μοιραίας
συμφοράς. Έλα, ντύσου, φόρεσε το γαλανό σου χαμόγελο, ενδύσου τη σκέψη μου που
σ’ακολουθεί παντού, διώξε από πάνω σου το θάρρος, την απόσταση, την κυκλοθυμία,
την υποταγή στο μοιραίο και γίνε σάρκα στο αίμα μου, χαρά στη λύπη μου, θαύμα
στη μοίρα μου και απόλαυσε αυτή τη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά μας αστείρευτη
να την κολυμπήσουμε μαζί μέχρι το τέλος.
Βλέπεις η υπομονή μου είναι αυτό που θαυμάζω σε μένα.
16/06/2014
Κυριακή 25 Μαΐου 2014
Κοινές ζωές
Κοίταζες απ’το
τζάμι έξω θυμάμαι. Τη θάλασσα ή κάποιο περαστικό πουλί γι αλλού. Τα καράβια που
χάνονται στο βάθος του ορίζοντα.
Περνάς καλά μαζί
μου, θυμάμαι σ’είχα ρωτήσει. Δε θυμάμαι τι μου απάντησες. Πάνε χρόνια από
εκείνη την καλοκαιριάτικη ημέρα που τα μάτια σου ενωθήκανε με το μπλε της
θάλασσας σε ένα μαγευτικό πίνακα ζωγραφιάς που αναγέννησαν αλλοτινοί
μελλοντικοί σου έρωτες και λησμόνησες πως πρώτη εγώ το είχα θαυμάσει επάνω σου.
Γέλασες σαν σου
το ξαναθύμησα. Όπως γελάς πάντα όταν βρισκόμαστε, πάντα με δική σου
πρωτοβουλία, σαν να μην έχουν άλλοι δικαίωμα στην παρουσία σου. Κι ο χρόνος που
αφήνεις να μεσολαβεί ανάμεσά μας μετριέται πάντα σε αιώνες, ένας αιώνας
βδομάδας, ένας αιώνας μήνας, ένας αιώνιος χρόνος.
Πόσο διαφορετικές
άραγε γίνονται οι σιωπές σου όταν είμαστε μαζί και πόσο διαφορετικές όταν δεν
είμαστε; Λες και η απόσταση σε
ανδριώνει, σε κάνει γενναίο, πολεμιστή, λες κι η απόσταση είναι η ασπίδα που σε
προστατεύει απ’την αγάπη μου, τι είδους προστασία μπορεί να είναι αυτή, αντί να
βουτήξεις μέσα της και να λυτρωθείς εξ’άπαντος, σε μια εκ βαθέων αναγέννηση,
εσύ να περιορίζεσαι, να υποδουλώνεσαι, να επιβάλλεσαι στο λίγο σου, σα να μην
έχεις μερίδιο στη χαρά.
Θυμάμαι να
κλείνεις την πόρτα πίσω σου και να με αφήνεις απέξω. Λες και δεν ξέρουμε πως
υπάρχουν και τα παράθυρα, λες και δεν έχουμε την υπομονή απέξω να ονειρευτούμε
τα μάτια σου σαν θα ανοίξεις την πόρτα σου ξανά. Γιατί θα την ξανανοίξεις. Όπως
άνοιξες και την αγκαλιά σου να δεχτείς το παρελθόν σου, το κομμάτι εκείνο που
αρνήθηκες, το μέρος εκείνο του μυαλού σου που πάντα έπαιρνα θέση, το κομμάτι
εκείνο της καρδιάς σου που προόριζες πάντα για μένα, το σεβασμό στην υπομονή
μου που κατάλαβες – μετά από τόσα – ότι όσες πόρτες και να κλείσεις για να
δώσεις την ευκαιρία στην εμπιστοσύνη σου να αναπλαθεί, ο άνθρωπος αυτός θα σε
περιμένει πάντα στο κατώφλι για μια βόλτα που θα διαρκεί πάντα λίγο παραπάνω,
ένα χάδι που θα είναι πάντα λίγο διαφορετικό, ένα φιλί που θα είναι πάντα αυτό
που περίμενες, μια ζωή που θα είναι πάντα κοινή.
25/05/2014
Σάββατο 29 Μαρτίου 2014
Υπόκειμαι
Υποψιάζομαι
απουσίες, καθώς υποδέχομαι την
άνοιξη. Κάποιος υποστήριξε κάποτε
ότι την άνοιξη δεν την υπομένεις
μόνος. Υπαινίσσεται το τοπίο κάτι
που υπάρχει και δεν υπάρχει και υποφέρω και μόνο στη σκέψη της υπόνοιας
της παντελούς απουσίας που υφέρπει το
ξημέρωμά μου και τη νύχτα μου. Δεν υπολόγισα σωστά καθώς υπαινίσσονται τα φαινόμενα, τις
προθέσεις και τους στόχους σου, τα βέλη σου που πάντα υποδέχονταν το ένα το άλλο κατευθείαν στην καρδιά μου, δεν υπολόγισες κι εσύ το αίμα στο οποίο υπέβαλες τη μοίρα μου, υποτονικά να υπηρετεί κάθε σου όνειρο και ελπίδα και
να υπομένει το ζυγό της σκοτεινής
αδιαφορίας σου, της κυκλοθυμίας σου που μαζί με τους καιρούς, δεν υπολόγισε ούτε τα δικά μου
συναισθήματα. Όσα υποσχέθηκες τις
νύχτες, όσα υπαινίχθηκες τις μέρες,
όσα υπηρέτησα με το αίμα μου, όσα
δεν υποχώρησαν ακόμα κι όταν τα
φαινόμενα υποδείκνυαν εμένα, δεν υπέπεσαν ποτέ στην αντίληψή μου ως το
υποφαινόμενο τέλος που δεν υπολόγισα
ποτέ να υπάρξει. Καρτερικά υπέμεινα τις αλλαγές και τα ξεχάσματά
σου, υπόλογη ακόμα και στα σωστά δικά μου, υποτελής στις ορέξεις σου,
υποταγμένη για μια ακόμα φορά στο τίποτα που ιδιοτελώς υπονόησα για αγάπη. Κι όλα αυτά τα υπό που υποθέτω δεν υποκαθίστανται ξανά,
να υπολογίσεις πως κάποια μέρα θα
υπερτερήσουν των όσων άλλων έζησες και θα υποταχθούμε
ξανά μαζί στο αιώνιο που τόσο βαθιά και παρακλητικά υποσχεθήκαμε ο ένας στον άλλον.
29/03/2014
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)